Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2026

Η σύγχυση της εποχής μας

 

Στην καθημερινότητα, πέρα από τη ρουτίνα και τη συνεχή επανάληψη των μικρών γεγονότων που γεμίζουν το εικοσιτετράωρο της ζωής, καθοριστικό ρόλο στον τρόπο που σκεφτόμαστε και δρούμε παίζει ο βιορυθμός μας, ο οποίος ρυθμίζεται από βασικές βιολογικές λειτουργίες και επηρεάζεται άμεσα από τα φυσικά φαινόμενα, όπως το φως, οι εναλλαγές των εποχών και οι κλιματικές συνθήκες. Παράλληλα, μέσα σε αυτό το πλαίσιο, αναδύεται ο τρόμος της ανασφάλειας και η αίσθηση κατωτερότητας που βιώνουν πολλοί, καθώς βαδίζουν σε μονοπάτια αμφιβολίας και ψυχικής ανισορροπίας. Αυτό συμβαίνει συχνά επειδή δεν κατανοούν το αυτονόητο. Ότι για να λειτουργήσει σωστά μια κοινωνία, δεν πρέπει κάποιοι να πράττουν στους συνανθρώπους τους ό,τι δεν θα ήθελαν να τους συμβεί. Σε μια κοινωνία αφημένη στην αταξία και την έλλειψη ασφάλειας, όπου οι φυσικοί και κοινωνικοί ρυθμοί διαταράσσονται, η ανθρώπινη συμπεριφορά γίνεται συχνά αυθαίρετη, παρορμητική και ανεξέλεγκτη.

Όσοι βαδίζουν σε μονοπάτια αμφιβολίας δεν κινούνται πάντα προς την κατανόηση. Συχνά στρέφονται σε εικόνες, πρότυπα και προορισμούς που τους προσφέρουν στιγμιαία βεβαιότητα, χωρίς όμως να τους δίνουν μια σταθερότητα ή  ένα νόημα.

Σε μια φαινομενικά πολιτισμένη υπόσταση, όπου κυριαρχεί η ψευδαίσθηση της ενσυναίσθησης και η αταξία συνυπάρχει με την έλλειψη ελέγχου, ό,τι συμβαίνει μακριά από την αυλή των άλλων φαίνεται να μη ενδιαφέρει κανέναν. Έτσι, οι άνθρωποι καταλήγουν να αναζητούν απεγνωσμένα νόημα ή έστω μια πρόσκαιρη ανακούφιση. Ένα σημαντικό λάθος που κάνουν πολλοί είναι ότι συγκρίνουν την ψυχαγωγία με τη σκληρή πραγματικότητα. Η διασκέδαση δεν σημαίνει οπωσδήποτε μούδιασμα των εγκεφαλικών κυττάρων ή ένα πρόωρο εξευτελισμό σε δημόσιο χώρο, και η ψυχαγωγία, αυτή που ικανοποιεί την ψυχή και ευφραίνει το νου, όπως ένα θέατρο ή μια συναυλία ή το διάβασμα ενός βιβλίου που προκαλεί συναισθηματική ανάταση,  δεν μπορεί να ενταχθεί απρόσκοπτα στην καθημερινότητα.

Αυτό γίνεται ακόμα πιο εμφανές όταν κάποιος δεν έχει τη δυνατότητα να την εντάξει στο πλαίσιο της εβδομαδιαίας δραστηριότητάς του, με αποτέλεσμα η σύγχυση ανάμεσα σε ψυχαγωγία και σκληρή πραγματικότητα να γιγαντώνεται.

Παράλληλα, φαίνεται ξεκάθαρα ότι η κοινωνική επιβεβαίωση των προσόντων και της αξίας ενός ατόμου συχνά περνά πλέον μέσα από την τηλεόραση και τα μέσα μαζικής επικοινωνίας, με τρόπο που τείνει να υποτιμά την ουσιαστική γνώση και κριτική σκέψη. Όλο αυτό απομακρύνει το πιο σημαντικό αγαθό στην ανθρώπινη ζωή:

την ε κ τ ί μ η σ η, ένα αγαθό που χάνει συνεχώς τη θέση του στις διαπροσωπικές σχέσεις.

Το γεγονός ότι κάποιος μπορεί να αποφεύγει όλα αυτά που τον τρομάζουν, να ταξιδεύει συχνά ίσως για να γνωρίσει νέο κόσμο, να διασκεδάζει τυφλά για να εκτονώνονται οι ορμόνες του ή να βρίσκει άλλους τρόπους δεν σημαίνει ότι η ζωή του έχει αποκτήσει ιδιαίτερο νόημα ή ποιότητα. Όταν το σύνολο μιας κοινωνίας στην οποία έχει αποφασίσει να ζει βρίσκεται σε απόγνωση, τότε λείπει το ουσιαστικότερο: η ασφάλεια, η σταθερότητα και η αίσθηση κοινού σκοπού, κάτι ανώτερο από το άτομο και τις προσωπικές του συγκρίσεις με τους άλλους.

Όταν κάποιος αυτοπροσδιορίζεται ως κοινωνικός, οφείλει να επιδεικνύει και την ανάλογη κοινωνική συμπεριφορά.

Γι’ αυτό η προβολή πλούτου ως απόλυτης επιβεβαίωσης αξίας, μέσα σε μια κοινωνία που δοκιμάζεται, γεννά οξείες αντιθέσεις και εύλογη αγανάκτηση.

Και τότε το ερώτημα δεν είναι αν επιτρέπεται να ξεφεύγουμε, αλλά αν έχουμε ξεχάσει τι πραγματικά σημαίνει να ζούμε μέσα σε μια κοινωνία. Τι πρέπει κανείς να αποδέχεται και τι να απορρίπτει.


Κωνσταντίνος Ε. Χουρίδης

Συγγραφέας - Συντονιστής Εκπαιδευτής μαχητικών τεχνών και Αυτοάμυνας

Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2026

Όταν η ηθική χάνει τη γλώσσα της

Ζούμε σε μια εποχή όπου οι λέξεις εξακολουθούν να υπάρχουν, αλλά το νόημά τους έχει φθαρεί.
Ειρήνη, δημοκρατία, ασφάλεια, απειλή, βαρβαρότητα — όροι που επαναλαμβάνονται καθημερινά, χωρίς να είναι πια σαφές τι ακριβώς περιγράφουν. Και μέσα σε αυτή τη σύγχυση, όποιος προσπαθεί να σκεφτεί πέρα από το αποδεκτό πλαίσιο, συχνά δεν αντικρούεται, στιγματίζεται.

Το πρόβλημα δεν είναι ότι δεν υπάρχουν πια αξίες. Είναι ότι η ηθική έχει γίνει επιλεκτική. Άλλοτε αυστηρή, άλλοτε σιωπηλή. Άλλοτε οργισμένη, άλλοτε ανεκτική όχι με βάση τις πράξεις, αλλά με βάση το ποιος τις διαπράττει.

Βομβαρδισμοί που ισοπεδώνουν πόλεις, άμαχοι που σκοτώνονται, κοινωνίες που διαλύονται. Όλα αυτά δεν είναι καινούργια. Και όμως, σήμερα κρίνονται διαφορετικά ανάλογα με τη σημαία, τη συμμαχία, την αφήγηση. Η ταμπέλα συχνά αντικαθιστά την κρίση. Και η ερώτηση «τι είναι βαρβαρότητα;» παραμένει αναπάντητη.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον γεννιέται ένα παράδοξο:
όποιος ασκεί κριτική στη σύγχρονη ισχύ, κατηγορείται εύκολα ότι νομιμοποιεί το σκοτάδι του παρελθόντος. Λες και η καταδίκη του ναζισμού ή του φασισμού αρκεί από μόνη της για να εξαγνίσει κάθε άλλη μορφή βίας. Όμως η Ιστορία δεν λειτουργεί έτσι.

Και εδώ εμφανίζεται η δύσκολη σύγκριση.

Ο Μέγας Αλέξανδρος, μια θεϊκή μορφή που εξακολουθεί να μας γοητεύει, να μας εμπνέει, να μας φέρνει σε αμηχανία. Ήταν κατακτητής, πολεμιστής, ακατέργαστης ισχύος και ανελέητης αποφασιστικότητας. Με σύγχρονα μέτρα, η κρίση του δεν ειναι εύκολη. Κι όμως, εξακολουθούμε να επιστρέφουμε σε αυτόν.

Γιατί; Όχι μονο για να αντλήσουμε έμπνευση από τη μεγαλοσύνη του αλλά να αναλογιστούμε το μέγεθος της θέλησης και το κόστος της δυναμης.

Ίσως επειδή η υπεροχή του δεν κρυβόταν πίσω από ηθικά προσχήματα. Δεν παρουσιαζόταν ως «αναπόφευκτη επιλογή» για το καλό της ανθρωπότητας. Ήταν μέρος ενός κόσμου όπου ο πόλεμος ήταν η κανονικότητα και όχι η εξαίρεση. Και αυτή η λεπτομέρεια τον κάνει, όμως, ειλικρινή μέσα στο ιστορικό του πλαίσιο.

Η σύγκριση με τον σύγχρονο κόσμο δεν γίνεται για να δικαιολογήσει το παρελθόν, αλλά για να φωτίσει το παρόν. Σήμερα, η βία σπάνια αναλαμβάνει το βάρος της. Ντύνεται με νομικούς όρους, ανθρωπιστική ρητορική και στρατηγική αναγκαιότητα. Και ακριβώς γι’ αυτό γίνεται πιο δύσκολο να την ονομάσουμε.

Ίσως, τελικά, αυτό που μας λείπει δεν είναι ηθική αυστηρότητα, αλλά ηθική ειλικρίνειαΗ ηθική ειλικρίνεια δεν αλλάζει πάντα τον κόσμο γύρω μας. Αλλά καθαρίζει την ψυχή μας. Μας αφήνει να σταθούμε απέναντι στην πραγματικότητα χωρίς φόβο, χωρίς ψευδαισθήσεις,και να κρατήσουμε μέσα μας την ανθρώπινη ακεραιότητα, να μην καταρρέει κανείς εσωτερικά, να παραμένει κανείς πιστός στις αξίες του, στις σκέψεις του και στις πράξεις του, ακόμη και όταν η κοινωνία ή οι περιστάσεις τον πιέζουν.

Οι κοινωνίες πάντα χρειάζονταν μύθους. Όχι για να εξαγνίζουν εγκλήματα, αλλά για να αντέχουν την ύπαρξη. Ο μύθος δεν είναι ψέμα· είναι τρόπος να νοηματοδοτείται η εμπειρία. Όταν ο μύθος χάνεται χωρίς να αντικατασταθεί από κάτι ουσιαστικό, μένει μόνο ο κυνισμός και η ωμή ισχύς.

Ίσως γι’ αυτό επιστρέφουμε ξανά και ξανά στην Ιστορία. Όχι για να τη μιμηθούμε, αλλά για να καταλάβουμε τι χάσαμε. Όχι για να θεοποιήσουμε τη δύναμη, αλλά για να αναμετρηθούμε με το κόστος της.

Σε έναν κόσμο όπου η δημόσια αλήθεια μοιάζει επικίνδυνη και η σιωπή ασφαλής, η στάση δεν είναι εύκολη. Δεν είναι ανάμεσα στην κραυγή και στην υποταγή. Είναι κάτι πιο απαιτητικό. Να μη δεχόμαστε έτοιμες αφηγήσεις, να κρίνουμε τις πράξεις από τις συνέπειές τους στους πιο αδύναμους, να μη θεοποιούμε τη δύναμη, αλλά και να μη απαρνούμαστε τη σκέψη μας.

Αυτό ίσως να μη φέρνει δικαίωση. Φέρνει, όμως, κάτι εξίσου σπάνιο..εσωτερική συνοχή.

Και σε εποχές όπου η ηθική έχει χάσει τη γλώσσα της, το να επιμένει κανείς να σκέφτεται , χωρίς κραυγές και χωρίς φόβο, είναι ήδη μια μορφή αντίστασης.

 

Κωνσταντίνος Ε. Χουρίδης

Συγγραφέας - Συντονιστής-Εκπαιδευτής μαχητικών τεχνών Αυτοάμυνας

Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2025

Περί άσκησης, σιωπής και του αληθινού δώρου

 

Αυθεντικότητα και πνευματική έκπτωση

Ο άνθρωπος της δράσης και της αποτελεσματικότητας, εκείνος που αναζητά το άριστο σε κάθε έκφανση της ζωής του— που έχει επιλέξει τον δρόμο της πράξης και της εσωτερικής πειθαρχίας— δεν αναζητά την τελειότητα ως τρόπαιο, αλλά ως καθημερινή άσκηση. Είτε εκπαιδεύει το σώμα του, είτε μαθητεύει σε μια τέχνη, είτε εμβαθύνει στη γνώση, κινείται ταπεινά και επίμονα μέσα σε έναν αδιάκοπο αγώνα με τον ίδιο του τον εαυτό. Η καθημερινότητα δεν του χαρίζεται· τον δοκιμάζει μέσα από ευθύνες, στερήσεις, φθορά της διάθεσης, οικογενειακά βάρη και οικονομικούς περιορισμούς. Εκεί ακριβώς γεννιέται η ουσία της προσπάθειας.

Και τη στιγμή της υπερπροσπάθειας ο αυθεντικός άνθρωπος δεν διασπάται. Δεν μπορεί να υποδύεται ρόλους κατά περίσταση ούτε να μεταμορφώνεται ανάλογα με το ακροατήριο. Η ζωή του δεν είναι παράσταση. Η συνέπεια ανάμεσα σε λόγο και πράξη τον καθιστά συχνά αθέατο, γιατί η αλήθεια δεν κραυγάζει. Οι άνθρωποι που βαδίζουν ουσιαστικά σπανίως προβάλλονται· η σιωπή τους είναι στάση, όχι απουσία.

Σε περιόδους συλλογικής ευθυμίας, η κοινωνία τείνει να αντικαθιστά το νόημα με το θέαμα. Η χαρά γίνεται υποχρέωση, οι ευχές επανάληψη, τα δώρα αντανακλαστικές κινήσεις. Όμως η πνευματική ζωή δεν μετριέται σε συσκευασίες ούτε σε φωτεινά περιτυλίγματα. Η αληθινή εορτή προϋποθέτει εσωτερικό χώρο. Η εμπορευματοποίηση της χαράς επιχειρεί να καλύψει τη διάχυτη απογοήτευση με χαμόγελα βιτρίνας, αποσπώντας τον άνθρωπο από την ουσία και καθησυχάζοντάς τον με θόρυβο.

Και όμως, μέσα σε όλο αυτό το πανδαιμόνιο, σπανίως ακούγεται η πιο δύσκολη αλλά και η πιο αναγκαία προτροπή: η απομόνωση και η αμείλικτη αυτοκριτική. Η ειλικρινής αποτίμηση της χρονιάς που πέρασε— των πράξεων που έγιναν και εκείνων που δεν έγιναν. Η στάθμιση του καλού και του κακού. Η παραδοχή της ευθύνης και η μετάνοια, όχι ως τυπική χειρονομία, αλλά ως υπαρξιακή στάση. Τι φοβήθηκαν και τι πρόδωσαν.  Να αναλάβουν ευθύνη και να ζητήσουν άφεση όχι από συνήθεια, αλλά από επίγνωση. Χωρίς αυτοκριτική, καμία επίκληση του θείου δεν έχει βάθος. Η πνευματικότητα δεν είναι τελετουργία· είναι τρόπος ύπαρξης.

Η γέννηση του Χριστού— ως σύμβολο ταπείνωσης, σιωπής και ενανθρώπισης— δεν συνάδει με την υπερβολή και την κατανάλωση. Το μήνυμα δεν είναι η συσσώρευση, αλλά η εγκράτεια· όχι η επίδειξη, αλλά η καθαρότητα. Όπου κυριαρχεί η αγορά, η ουσία υποχωρεί. Και όπου η ουσία χάνεται, η ψυχή μένει ακάλυπτη.

Οι ψυχές δεν αναπληρώνονται με εντυπωσιακά ενδύματα ή με φώτα. Η ψυχή συναντά το θείο μόνο μέσα από την αγνότητα, τη συνειδητή επιλογή του αγαθού και την αντίσταση στη φθορά. Όταν αυτό βιωθεί, τότε ίσως έχει γίνει το πρώτο ουσιαστικό βήμα.

Αν υπήρχε ένα δώρο που θα μπορούσε να σταθεί πιο κοντά σε αυτή την ανάγκη, αυτό θα ήταν το βιβλίο: όχι ως αντικείμενο, αλλά ως δρόμος. Ένας σιωπηλός σύντροφος άσκησης, που δεν καταναλώνεται, αλλά μελετάται· που δεν εντυπωσιάζει, αλλά καλλιεργεί· που δεν χαρίζεται για να φανεί, αλλά για να εργαστεί μέσα στον άλλον. Το βιβλίο δεν γεμίζει ράφια— ανοίγει ατραπούς.

Και ενώ καταλαγιάζουν τα φαγοπότια και σβήνουν τα φώτα της πρώτης ευθυμίας, οι άνθρωποι— κουρασμένοι, στείροι και εσωτερικά κενοί— ετοιμάζονται για μια δεύτερη, ακόμη πιο παράδοξη κραιπάλη: την αλλαγή του έτους. Μια μετάβαση που θα όφειλε να καλεί σε σιωπή, απολογισμό και ευθύνη, μετατρέπεται σε άναρχο ξεφάντωμα, σαν να πρόκειται για τελευταία νύχτα ύπαρξης. Πάντα παρέμενε ακατανόητο γιατί πανηγυρίζεται ο χρόνος που φεύγει χωρίς να έχει νοηθεί, και ο χρόνος που έρχεται χωρίς να έχει ακόμη βιωθεί. Λες και το αύριο δεν θα απαιτήσει λογαριασμό· λες και η συνέχεια δεν θα φέρει τις ίδιες πράξεις, τα ίδια κενά, τις ίδιες υπεκφυγές. Έτσι ο χρόνος αλλάζει, αλλά ο άνθρωπος μένει ακίνητος— και αυτή είναι η βαθύτερη πνευματική έκπτωση.

Η κοινωνία, ωστόσο, επιμένει να προσφέρει εύκολες διεξόδους στο κενό της: εθισμούς, αποχαύνωση, υποκατάστατα χαράς που βαθαίνουν το κενό αντί να το θεραπεύουν με τη συγκατάθεση της συνήθειας. Η αντίσταση σε αυτή τη φθορά δεν είναι συλλογικό σύνθημα ούτε εποχική ευχή. Είναι προσωπική απόφαση.

Και αυτή η απόφαση αρχίζει πάντα από το ίδιο σημείο: σιωπή, αυτογνωσία και πράξη.



Κωνσταντίνος Ε. Χουρίδης
Συγγραφέας - Συντονιστής-Εκπαιδευτής μαχητικών τεχνών Αυτοάμυνας

 


Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2025

Κρίση, ψευδαισθήσεις και η παγίδα των επιλογών

 

Τέσσερις δεκαετίες σχεδόν μετά τις υποσχέσεις για ελευθερία, ειρήνη και πρόοδο, η κοινωνία αντιμετωπίζει νέες προκλήσεις και επαναλαμβάνει συχνά τα ίδια λάθη.



Ζούμε χρόνια κρίσης· όχι τον «έρωτα στα χρόνια της χολέρας», όπως έγραψε ο νομπελίστας Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, αλλά μια περίοδο που μοιάζει με παρατεταμένη δοκιμασία αντοχών για την κοινωνία σε όλα τα επίπεδα. Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, μια οικονομική αυταπάτη σηματοδότησε το τέλος μιας κουρασμένης και συχνά διεφθαρμένης μορφής εκδημοκρατισμού του συστήματος.

Το μεγάλο λάθος ξεκινάει με την ένταξη της χώρας στο ενιαίο νόμισμα μέσω παραπλάνησης των ευρωπαϊκών αρχών· κάτι που στο εγγύς μέλλον αποκαλύφθηκε και εξέθεσε τη χώρα σε διεθνές επίπεδο. Ποιος νοιάστηκε στην πραγματικότητα; Οι "μεγάλοι" ήταν σίγουροι οτι το νότιο άκρο θα γίνει ορκισμένο προτεκτοράτο τους. Ήταν μια κίνηση που αποδείχθηκε πως ήταν προς όφελος των «Πατρικίων». Ο μέσος πολίτης δεν αντιλαμβανόταν τι θα ακολουθούσε. Έτσι ξεκίνησε η απαρχή της οικονομικής καταστροφής. 

Πιστωτικές κάρτες, διακοποδάνεια και αυτοκινητοδάνεια ήταν το μοτίβο της εποχής, με τα πενηντάευρα να μοιράζονται σαν τραπουλόχαρτα. Παράλληλα, η ματαιοδοξία των ολίγων δεν σταμάτησε εκεί. Σχεδίαζαν ακόμη ένα ατόπημα που θα γέμιζε ακόμα περισσότερο τις τσέπες των βαθιά χωμένων στη διαφθορά. Τόλμησαν να προβάλλουν τη χώρα ως διεκδικήτρια της Ολυμπιάδας, σε μια χώρα όπου δεν υπήρχαν καν βασικοί δρόμοι και δίκτυα. Σκέφτηκαν να χτίσουν στάδια. Τι οξύμωρο! (Βλέπουμε σήμερα τι απέγιναν οι εγκαταστάσεις.)Οι υπερβολικές σπατάλες και οι λανθασμένες αποφάσεις στις υποδομές δεν ήταν μεμονωμένα γεγονότα· αποτέλεσαν τον προπομπό μιας βαθύτερης κρίσης, που κορυφώθηκε στα χρόνια της οικονομικής κατάρρευσης και αργότερα με την πανδημία. Αυτά τα γεγονότα μας θυμίζουν ότι η κοινωνία μας χρειάζεται σταθερούς θεσμούς, λειτουργικές υποδομές και συλλογική υπευθυνότητα, προκειμένου να αντέξει τις επόμενες προκλήσεις.

Ο οικονομικός εκτροχιασμός ξεκίνησε τα τέλη του 2008 έως το 2019, με μισθούς της τάξης των 550 ευρώ και ολική απαξίωση του ανθρώπινου δυναμικού. Ταυτόχρονα, η νέα απειλή κατά της ανθρώπινης ύπαρξης έκανε την εμφάνισή της. Εδραίωσε μια συλλογική ψυχική εξασθένηση, που κορυφώθηκε σε αναστολές, καθημερινούς φόβους και απώλειες. Ξεκίνησε το 2020 και υποτίθεται ότι θα υποχωρούσε σταδιακά έως το 2025.

Ωστόσο, όλα δείχνουν ότι το νέο έτος επιφυλάσσει ραγδαίες εξελίξεις, πρωτόγνωρα γεγονότα και ανατροπές που δύσκολα μπορεί κανείς να αγνοήσει. Οι απειλές από γειτονικές χώρες, οι ανθελληνικές πολιτικές πιέσεις και οι αδιάκοπες δημόσιες αντιπαραθέσεις φωτίζουν μια καθημερινότητα που θυμίζει τις αναταράξεις του 20ού αιώνα.

Η πτώση του Τείχους το μακρινό 1989 υποσχέθηκε στους Ευρωπαίους ότι ο πρώτος αιώνας της νέας χιλιετίας θα έφερνε περισσότερη αφθονία αγαθών, νέες κατοικίες, ίσο καταμερισμό εργασίας, βασισμένο στην αξιοκρατία, φροντίδα και ελεύθερη πρόσβαση στην περίθαλψη, ειρήνη και πρόοδο. Τέσσερις δεκαετίες αργότερα, φαίνεται πως πολλές από αυτές τις υποσχέσεις έμειναν ανεκπλήρωτες.

Οι συνεχείς πόλεμοι στην Εγγύς Ανατολή, οι ανατροπές καθεστώτων και η συστηματική απομάκρυνση ηγετών οδήγησαν την παγκοσμιοποίηση σε διαφορετική τροχιά. Η υπερβολική διόγκωση και συχνά άναρχη χρήση των μηχανισμών του κοινωνικού κράτους, η έξαρση τρομοκρατικών φαινομένων σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες και οι μεγάλες μετακινήσεις πληθυσμών από την Ανατολή προς τη Δύση διαμόρφωσαν νέα δεδομένα και νέες προκλήσεις για τις κοινωνίες.

Την ίδια στιγμή οι επιτήδειοι εκμεταλλεύτηκαν τα θεμέλια της κοινωνίας – την οικογένεια, την πίστη, το αίσθημα του ανήκειν – για προσωπικό όφελος. Πλούτισαν, πολλαπλασίασαν την επιρροή τους και μετέτρεψαν την ενημέρωση σε εμπόρευμα, προωθώντας ιδέες και «αποκαλύψεις» ώστε να δικαιολογήσουν σημαντικά λάθη, αναζητώντας μια μορφή εξαγνισμού και άφεσης μέσα από επιφανειακές τελετουργίες, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.

Ωστόσο, πολλοί πολίτες που έζησαν τα γεγονότα γνωρίζουν καλά τις πραγματικές συνθήκες κάτω από τις οποίες πορεύτηκαν όλα αυτά τα χρόνια. Δεν παρασύρονται από εύκολες εντυπώσεις και κατανοούν τη διαφορά ανάμεσα στην ουσία και την επίφαση. Παρ’ όλα αυτά, στην πράξη, φαίνεται η αστοχία εκλογής ισχυρών ανθρώπων που θα μπορούσαν να οικοδομήσουν ένα αποτελεσματικό κράτος.

Κι ενώ το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης στρέφεται σε εντυπωσιακές φιέστες και μια καινοτομία στη διαφημιστική ρητορική του ψηφιακού χώρου που προβάλλεται ως κάτι που "πωλείται", η μνήμη για τους πραγματικούς ανθρώπους που πρόσφεραν στον τόπο υποχωρεί. Η δημόσια συζήτηση απομακρύνεται από την ουσία και γίνεται ευάλωτη στο θέαμα της τηλεμονομαχίας, αφήνοντας στο περιθώριο ικανούς που πραγματικά θα μπορούσαν να συμβάλουν σε ουσιαστικές ανατροπές.

Ίσως οφείλουμε, για το καλό όλων μας, να επανεξετάσουμε τις επιλογές μας και να ανοίξουμε νέους ορίζοντες για την κοινωνία, με γνώμονα όχι μόνο την ατομικότητα και την προσωπική αποκατάσταση, αλλά και την ικανοποίηση των άμεσων αναγκών των πολιτών. Ο Έλληνας πολίτης πρέπει να έχει προτεραιότητα σε ό,τι χρειάζεται άμεσα: Παιδεία & Λειτουργικότητα.

Όταν ο σηματοδότης είναι κόκκινος, σταματούν οι πεζοί. Όταν υπάρχει διάβαση, σταματούν οι οδηγοί. Αυτοί είναι οι απλοί κανόνες που, όταν τηρηθούν, εξασφαλίζουν ομαλότητα στην κυκλοφορία. Με τον ίδιο τρόπο, μια κοινωνία χρειάζεται τους δικούς της “σηματοδότες” και τις δικές της “διαβάσεις”: τα εργαλεία και τα αγαθά που ρυθμίζουν τη ζωή μας και μας επιτρέπουν να κινούμαστε με ασφάλεια.

Για να υπάρξει πραγματική κίνηση —το πιο πρωταρχικό ανθρώπινο ένστικτο— χρειαζόμαστε ασφαλείς δρόμους, προσβάσιμα πεζοδρόμια,  καθώς και τήρηση της τάξης και της ασφάλειας.

Αυτή τη στιγμή, οι υποδομές υπάρχουν, αλλά δεν λειτουργούν σωστά. Άλλωστε, όλοι έχουν καταλάβει ότι στη χώρα ο παράγοντας τύχη είναι καθοριστικός. Οι δρόμοι υφίστανται, αλλά είναι ακατάλληλοι· οι οδηγοί υπάρχουν, αλλά η οδήγηση είναι επικίνδυνη · παραβιάζουν κάθε πρωτόκολλο οδικής ασφάλειας και απειλής κατα της ανθρώπινης ζωής — και δεν τιμωρείται κανείς. Τα κέντρα περίθαλψης υπάρχουν, αλλά οι ασθενείς δεν εξυπηρετούνται άμεσα, παρά μόνο ακολουθώντας σειρά προτεραιότητας.

Για να επιτευχθεί ψυχική υγεία, ο πολίτης πρέπει να νιώθει ασφαλής, να μπορεί να ονειρεύεται, να ψυχαγωγείται και να γεμίζει δημιουργικά τα σαββατοκύριακά του. Για να γίνει αυτό πραγματικότητα, απαιτείται ένα σοβαρό κοινωνικό κράτος, που να εξασφαλίζει άμεση πρόσβαση των πολιτών σε οργανωμένους χώρους ψυχαγωγίας και δραστηριοτήτων. Και όχι τα οχήματα να εχουν κατακλύσει τα πάντα και να αποτελούν τον μοναδικό τρόπο μετακίνησης. 

Ίσως είναι ώρα να επιστρέψουμε σε μια πιο ανθρώπινη σχέση με το περιβάλλον και την πόλη μας: λιγότερα καύσιμα, λιγότερη ρύπανση, περισσότερη κίνηση με τα πόδια. Μαθαίνετε στα παιδιά σας να περπατούν· έτσι χτίζουμε μια κοινωνία υγείας, σεβασμού και πραγματικής ελευθερίας.



Κωνσταντίνος Χουρίδης

Συγγραφέας - Συντονιστής - Εκπαιδευτής μαχητικών τεχνών και αυτοάμυνας


Παρασκευή 28 Νοεμβρίου 2025

Η κρίσιμη εφηβεία

Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της εποχής μας για την αλλοίωση των νέων δεν είναι μόνο τα κινητά και τα social media.

Είναι κάτι βαθύτερο: τι οδηγεί τους νέους να χαθούν μέσα σε αυτά;

Πού οφείλεται η σταδιακή απομόνωση;
Γιατί απομακρύνονται;

Και τότε γεννιούνται οι πραγματικές ερωτήσεις:

  • Ποιος κρίνει ότι όλα αυτά είναι φυσιολογικά;

  • Ποιος κρίνει ότι οι έφηβοι είναι φυσικό να συμπεριφέρονται σαν βάνδαλοι;

  • Ποιος κρίνει ότι οι έφηβοι δεν πρέπει να ακούν τον πατέρα ή τη μητέρα τους;

  • Ποιος μπορεί να δει το μέλλον ενός παιδιού και να πει «όταν μεγαλώσει θα αλλάξει»;

Λάθος!

Αν δεν υπάρξει παρέμβαση, ο έφηβος θα γίνει νέος, ενήλικας, και θα κουβαλά μαζί του όλα τα ελαττώματα που δεν αντιμετωπίστηκαν έγκαιρα.

Αν δεν απαντηθούν αυτά τα ερωτήματα, θα συνεχίσουμε να βλέπουμε παιδιά να χάνονται εκεί όπου νομίζουν ότι βρίσκουν καταφύγιο — στα κινητά, στις ουσίες, στην πορνεία, στις λάθος παρέες και, τελικά, σε παραβατικές συμπεριφορές.

Ο ρόλος του πατέρα:
Ο πατέρας είναι θεμέλιο στη διαμόρφωση του χαρακτήρα, της δύναμης, της πειθαρχίας και της αυτοεκτίμησης ενός εφήβου. Και όταν αυτή η παρουσία αποδυναμώνεται… το τίμημα το πληρώνει μόνο το παιδί. Ειδικά όταν ο πατέρας είναι εκπαιδευτής πολεμικών τεχνών, η καθημερινή καθοδήγηση και η συμμετοχή του παιδιού στην άσκηση προσφέρει πειθαρχία, αυτοέλεγχο και αίσθηση ασφάλειας απέναντι σε κακεντρεχείς ή αρνητικές επιρροές τρίτων.

Ο ρόλος της μητέρας:
Η μητέρα προσφέρει θαλπωρή, φροντίδα και συναισθηματική ασφάλεια — ένα είδος λιμανιού για τον έφηβο.

Στην εφηβεία — την πιο καθοριστική φάση της ζωής — τα παιδιά δεν χρειάζονται τον έναν ή τον άλλον γονιό περιστασιακά. Χρειάζονται και τους δύο. Καθημερινά. Σταθερά.

Διαφορετικά, ο νέος θα βρεθεί σε έναν κυκεώνα ανασφάλειας, χαμηλής αυτοπεποίθησης και αδράνειας, χωρίς πυξίδα για τη ζωή του. Η σωματική άσκηση, η πειθαρχία και η καθοδήγηση των γονιών είναι ζωτικής σημασίας για να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις της κοινωνίας και να μην παρασυρθεί από αρνητικές επιρροές.

Κωνσταντίνος Χουρίδης

Συγγραφέας - Συντονιστής Εκπαιδευτής μαχητικών τεχνών και αυτοάμυνας


Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2025

Η Αφανής Αξιοκρατία

 Πώς μπορεί να προχωρήσει ένας τόπος;

Πώς μπορεί να πάει ένας τόπος μπροστά, όταν μια κοινωνία δυσκολεύεται να στηρίξει τον ικανό, τον άξιο και τον δημιουργικό άνθρωπο;
Ζούμε σε μια εποχή όπου πολλοί αυτοπροσδιορίζονται ως «προοδευτικοί» και «αλληλέγγυοι», όμως στην πράξη συχνά κυριαρχεί η καχυποψία, ο φθόνος και η ζήλια απέναντι σε όσους προσπαθούν να εξελιχθούν και να προχωρήσουν.

Όταν ο διπλανός μας προοδεύει και καταφέρνει πράγματα, δημιουργείται αφθονία για όλους

Αντί η κοινωνία να ενθαρρύνει την προσπάθεια, την επιμέλεια και τη δημιουργικότητα, συχνά δείχνει ανοχή ή και θαυμασμό σε συμπεριφορές επιφανειακές, καιροσκοπικές ή πελατειακές. Έτσι, ο άνθρωπος που πραγματικά προσπαθεί να σταθεί μόνος του, με τη δουλειά και τις ικανότητές του, νιώθει συχνά απομονωμένος.

Ένα βασικό ερώτημα είναι το εξής: με ποιους μηχανισμούς εντοπίζει η κοινωνία τους ικανούς;
Πώς ακριβώς αναγνωρίζεται σήμερα ο άνθρωπος που έχει ικανότητες;

Μέσω της διαφήμισης και της δημόσιας εικόνας;
Μέσω βιογραφικών σημειωμάτων και συστατικών επιστολών;
Μέσω προσωπικών γνωριμιών και δικτύων;
Ή υπάρχει κάποιο ουσιαστικό, αξιόπιστο και δίκαιο σύστημα αξιολόγησης, που επιλέγει ή απορρίπτει με βάση σαφή κριτήρια;

Στην πράξη, οι μηχανισμοί αυτοί, είτε θεσμικοί είτε άτυποι, συχνά λειτουργούν με ασάφεια. Άλλοτε δίνεται υπερβολική βαρύτητα στην εικόνα και στην προβολή, και λιγότερη στην ουσία και στο πραγματικό έργο. Άλλοτε, οι αποφάσεις επηρεάζονται από προσωπικές σχέσεις και όχι από διαφανείς διαδικασίες. Έτσι, δεν είναι δύσκολο οι πραγματικά ικανοί να μένουν στην άκρη, ενώ να προωθούνται εκείνοι που ξέρουν απλώς «πώς να παρουσιαστούν» ή «πού να απευθυνθούν».

Σε αυτό προστίθεται και ένα ακόμη πρόβλημα: πώς ενημερώνεται ο πολίτης;
Πόσες πραγματικά αξιόπιστες πηγές έχει για να σχηματίσει γνώμη για πρόσωπα, θεσμούς, προγράμματα και ευκαιρίες; 

Πολύ συχνά οι πληροφορίες φτάνουν μέσα από εκπομπές ιδιωτικής τηλεόρασης ή τηλεπαιχνίδια που αποπροσανατολίζουν, αντί να παρέχουν σαφή και ακριβή εικόνα για πρόσωπα, προγράμματα ή κοινωνικά ζητήματα. Έτσι, η κρίση του πολίτη δυσκολεύεται να βασιστεί σε πραγματικά δεδομένα και η κοινωνία δεν μπορεί να αναδείξει σωστά τους ικανούς.

Συχνά, η πληροφόρηση φτάνει στον πολίτη μέσα από πρόσωπα που ήδη κατέχουν κάποια θέση και δίκτυα συμφερόντων. Όταν η ενημέρωση δεν είναι πλήρης, πλουραλιστική και προσβάσιμη σε όλους, τότε ο πολίτης δυσκολεύεται να κρίνει με αντικειμενικά κριτήρια ποιος είναι πραγματικά ικανός και ποια προγράμματα ή επιλογές έχουν ουσία.


Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο τρόπος που αντιμετωπίζεται το «επιχειρείν». Πολλοί νέοι ενθαρρύνονται να ανοίξουν μια μικρή επιχείρηση, όχι πάντα με ουσιαστικό σχεδιασμό, αλλά με βασικό κίνητρο την ένταξη σε κάποιο πρόγραμμα επιδότησης. Η επιχείρηση ξεκινά με κρατικά χρήματα, συχνά χωρίς επαρκή κατάρτιση, χωρίς πραγματική στήριξη και χωρίς στρατηγική μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας.

Το αποτέλεσμα είναι συχνά προδιαγεγραμμένο. Σε σύντομο χρονικό διάστημα η επιχείρηση αναστέλλεται ο χώρος αναζητά νέο ενοικιαστή, και τα χρήματα που διατέθηκαν καταλήγουν, άμεσα ή έμμεσα, ξανά σε ολίγους , για παράδειγμα στους ιδιοκτήτες ακινήτων που εισπράττουν τα ενοίκια, ενώ οι νέοι μένουν με χρέη και ψυχική φθορά.

Ας μην ξεχνάμε ότι τα χρήματα του κράτους δεν είναι αφηρημένη έννοια. Προέρχονται από δανεισμό και από τη φορολογία, άρα στην ουσία από τους πολίτες.  Όταν αυτά δεν επενδύονται σε σταθερές βάσεις, σε ουσιαστική εκπαίδευση και πραγματική στήριξη, τότε το βάρος μεταφέρεται στις επόμενες γενιές.

Συχνά ακούμε φράσεις όπως «ο ήλιος είναι για όλους», που υπονοούν ότι όλοι έχουν ίσες ευκαιρίες. Στην πράξη όμως, αυτή η φράση λειτουργεί σαν πολιτική σκευωρία ή ως «καλυμμένη δικαιολογία» για να φανεί ότι υπάρχει ίσος ανταγωνισμός, ενώ η πραγματικότητα είναι διαφορετική.

Για παράδειγμα, στον αθλητισμό, όλοι οι αθλητές μπορούν θεωρητικά να δηλώσουν συμμετοχή στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Στην πραγματικότητα όμως, οι κανόνες, η πρόσβαση σε προπονητές, υποδομές και φυσικά η τήρηση των κανονισμών δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου μόνο ορισμένοι μπορούν να ανταγωνιστούν πραγματικά – και οι προνομιούχοι συχνά έχουν πλεονέκτημα έναντι των υπολοίπων. Με άλλα λόγια, η δήλωση ότι «όλοι μπορούν» δεν σημαίνει απαραίτητα ότι όλοι έχουν ίσες ευκαιρίες, ή ότι οι καλύτεροι και ικανότεροι θα φτάσουν στο μέγιστο των δυνατοτήτων τους. Το ίδιο ισχύει και στην κοινωνία. Αν οι μηχανισμοί αξιολόγησης και στήριξης είναι στρεβλοί ή μεροληπτικοί, η ισότητα ευκαιριών είναι στην πραγματικότητα ψευδαίσθηση.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο νέος που δοκίμασε να επιχειρήσει και απέτυχε, κινδυνεύει να βρεθεί χωρίς επαγγελματικά δικαιώματα, χωρίς ένσημα, χωρίς δεύτερη ευκαιρία. Η αποτυχία δεν αντιμετωπίζεται ως εμπειρία μάθησης, αλλά ως «στίγμα» που τον ακολουθεί.

Αν πραγματικά θέλουμε να προχωρήσει ένας τόπος, χρειάζεται να επανεξετάσουμε τις αξίες που προβάλλουμε:

  • πώς αντιμετωπίζουμε τον ικανό,

  • πώς στηρίζουμε την υγιή επιχειρηματικότητα,

  • πώς χρησιμοποιούνται τα δημόσια χρήματα,

  • πώς ενημερώνεται ο πολίτης,

  • και πώς εκπαιδεύουμε τα παιδιά να βλέπουν το μέλλον τους.

Χωρίς υγιή συνεργασία, αμοιβαία στήριξη, διαφανή ενημέρωση και σεβασμό στην προσπάθεια του άλλου, οι κρίκοι που αποτελούν την κοινωνική αλυσίδα δύσκολα θα μπορέσουν να λάμψουν.


Κωνσταντινος Ε. Χουρίδης

Συγγραφέας - Συντονιστής Εκπαιδευτής μαχητικών τεχνών αυτοάμυνας 


Κυριακή 23 Νοεμβρίου 2025

Ο άνθρωπος και οι μικρές πράξεις που κάνουν τη διαφορά

 Αλληλεγγύη και πράξη – Ο σοσιαλισμός στην καθημερινότητα


Ο ειλικρινής και ανιδιοτελής ανθρωπισμός αποτελεί τον γνήσιο σοσιαλισμό. Η πρόνοια και η αλληλεγγύη δεν είναι απλώς θεωρητικές έννοιες, αλλά παράγωγα της ίδιας της ανθρώπινης φύσης, όταν δεν τις υποκινεί ιδιοτελές ή σκόπιμο συμφέρον, αλλά γνήσια μέριμνα για τον συνάνθρωπο.

Όταν μιλάμε για σοσιαλισμό εδώ, δεν εννοούμε κάποιο πολιτικό κόμμα ή ιδεολογικό ρεύμα. Ο σοσιαλισμός, στην ουσία του, πηγάζει από την ανθρώπινη φύση: είναι η τάση του ανθρώπου να φροντίζει τον συνάνθρωπο, να δείχνει αλληλεγγύη και να προνοεί για την κοινωνία. Ένα ιστορικά πετυχημένο παράδειγμα αυτού του είδους κοινωνικού οργανισμού είναι το Sozialstaat της Δυτικής Γερμανίας, ένα κράτος που, παρά το συντηρητικό πολιτικό πλαίσιο, κατάφερε να εφαρμόσει αποτελεσματικά κοινωνικά μέτρα, προστασία των αδυνάτων και ισονομία, δείχνοντας ότι η κοινωνική πρόνοια μπορεί να υπερβαίνει τα πολιτικά «χρώματα». Με άλλα λόγια, ο σοσιαλισμός εδώ δεν είναι κομματική ταμπέλα, αλλά πρακτική στάση ζωής και κοινωνική οργάνωση που δίνει προτεραιότητα στην αλληλεγγύη, την ισότητα και την προστασία των πιο ευάλωτων μελών της κοινωνίας.

Βέβαια, όλοι οι άνθρωποι δεν είναι ίδιοι· δεν έχουν την ίδια σκέψη, ούτε τα ίδια κίνητρα ή τις ίδιες «καλές» προθέσεις. Στη φύση του ανθρώπου, η απληστία λειτουργεί συχνά ως ένα εσωτερικό «σύνδρομο» που δεν τον αφήνει να δράσει ανθρώπινα. Έτσι γεννιούνται η ανισότητα και ο παραλογισμός, και τότε ο δίκαιος άνθρωπος καταφεύγει στη δημιουργία νόμων και κανόνων, για να προστατεύσει την κοινωνία.

Κάθε φορά όμως που ο άνθρωπος, με τη σκέψη και την πράξη του, προσφέρει ένα χέρι βοηθείας, εκφράζει στην πράξη αυτό που ονομάζουμε σοσιαλισμό – όχι ως ιδεολογία, αλλά ως στάση ζωής. Όχι ως σύνθημα, αλλά ως καθημερινή απόφαση: άρνηση της εκμετάλλευσης, αντίσταση στην αδιαφορία.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, όλοι είναι – ή θα έπρεπε να είναι – ίσοι κάτω από την προστατευτική «ομπρέλα» του κοινωνικού κράτους, του πραγματικά ισχυρού, του κραταιού, που έχει ως στόχο να φροντίζει τον άνθρωπο και την αξιοπρέπειά του, ενθαρρύνοντας και στηρίζοντας τους ενεργούς και συνετούς, ενώ ταυτόχρονα περιορίζει την αδρανειακή ή εκμεταλλευτική συμπεριφορά εκείνων που αποφεύγουν τις ευθύνες τους ή εκμεταλλεύονται το σύστημα.

Στη φύση του ανθρώπου συνυπάρχουν η τάση για προσφορά και η τάση για προσωπικό όφελος. Όσο η σκοπιμότητα μένει ανεξέλεγκτη, τόσο η ανισότητα βαθαίνει. Όσο όμως ενισχύονται η εκπαίδευση, η αλληλεγγύη και η φροντίδα για τους πιο αδύναμους, τόσο διευκολύνεται η ανθρώπινη πράξη. Η παιδεία, για να έχει πραγματικό αντίκτυπο, πρέπει να είναι ελεύθερη και προσβάσιμη σε όλους, χωρίς οικονομικά εμπόδια.

Ας αναλογιστούμε λοιπόν, όταν επιθυμούμε το καλύτερο για τους γύρω μας, για την κοινωνία και τα παιδιά μας, ποιο σύστημα θα ήταν πιο λειτουργικό και δίκαιο και ποιούς ανθρώπους θα μπορούσαν να εμπιστευθούν οι ελεύθεροι πολίτες για να αναλάβουν ένα τόσο βαρύ βορτίο ευθυνών. Το ερώτημα δεν είναι αφηρημένο· απαντάται στις καθημερινές μας πράξεις. Κάθε φορά που επιλέγουμε να σταθούμε δίπλα στον άλλον, κάνουμε τον κόσμο λίγο πιο δίκαιο και ανθρώπινο.


Κωνσταντινος Ε. Χουρίδης

Συγγραφέας - Εκπαιδευτής αυτοάμυνας και πολεμικών τεχνών

Η σύγχυση της εποχής μας

  Στην καθημερινότητα, πέρα από τη ρουτίνα και τη συνεχή επανάληψη των μικρών γεγονότων που γεμίζουν το εικοσιτετράωρο της ζωής, καθοριστικό...