Κυριακή 2 Αυγούστου 2026

Η γνώση ειναι πραγματικά για όλους;

 Υπάρχει ένα ζήτημα που, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να αντιμετωπιστεί στην χώρα μας με απόλυτη σοβαρότητα: η κατάσταση των φοιτητών και, κυρίως, το κόστος της διαμονής και της επιβίωσής τους κατά τη διάρκεια των σπουδών.

Ακούμε διαρκώς ότι η γνώση και η ανώτατη εκπαίδευση είναι δικαίωμα όλων.

Εγώ, όμως, ένα πράγμα καταλαβαίνω πολύ καλά: στην πράξη, η πρόσβαση στις σπουδές γίνεται ολοένα και περισσότερο υπόθεση εκείνων που διαθέτουν οικονομική άνεση.

Μπορεί ένας νέος να έχει ταλέντο.
Να έχει εξαιρετική αντίληψη.
Να είναι ιδιοφυΐα.

Ποιος θα το ανακαλύψει, όμως, εάν δεν έχει τα χρήματα για να σπουδάσει;

Γιατί δεν αρκεί να περάσει κάποιος σε ένα πανεπιστήμιο. Πρέπει να μπορέσει και να ζήσει στην πόλη όπου βρίσκεται το ίδρυμα. Να πληρώσει ενοίκιο, λογαριασμούς, μετακινήσεις, διατροφή, βιβλία και όλα τα υπόλοιπα έξοδα που απαιτεί η καθημερινότητα.

Και εδώ βρίσκεται ένα τεράστιο πρόβλημα για την ελληνική οικογένεια.

Οι σπουδές των νέων, από τις οποίες ουσιαστικά εξαρτάται η μελλοντική επαγγελματική τους αποκατάσταση, βασίζονται συχνά στην οικονομική βοήθεια των γονέων. Γονείς που πολλές φορές αναγκάζονται να σηκώσουν δύο και τρία ενοίκια, μαζί με όλα τα υπόλοιπα έξοδα, για να μπορέσουν τα παιδιά τους να σπουδάσουν.

Και κάπως έτσι, η ζωή των ενηλίκων μαραζώνει μέσα στο άγχος.

«Δεν έχω. Πού θα τα βρω; Πώς θα τα καταφέρω μέχρι το τέλος του μήνα;»

Αυτό δεν μπορεί να αποτελεί το τίμημα της μόρφωσης.

Η λύση θα έπρεπε να έχει δοθεί εδώ και δεκαετίες.

Ένα πραγματικά κοινωνικό κράτος οφείλει να φροντίζει πρωτίστως για τους νέους του. Και πριν ακόμη ανακοινώσει τις θέσεις εισαγωγής στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, θα έπρεπε να έχει εξασφαλίσει τις βασικές προϋποθέσεις ώστε ο φοιτητής να μπορεί να σπουδάσει με αξιοπρέπεια.

Γιατί, λοιπόν, να μην υπάρχει ένα οργανωμένο σύστημα μερικής απασχόλησης φοιτητών, καθ’ όλη τη διάρκεια της φοίτησης, με θέσεις που θα συνδέονται με τις πραγματικές ανάγκες της τοπικής κοινωνίας και της οικονομίας;

Ο φοιτητής θα εργάζεται, θα αποκτά εμπειρία, θα αποκτά ένα εισόδημα και, κυρίως, θα απαλλάσσεται ένα μέρος της οικογένειάς του από το δυσβάσταχτο οικονομικό βάρος.

Αυτό δεν είναι ελεημοσύνη.

Είναι αξιοπρέπεια. Είναι ευθύνη. Είναι επένδυση στον άνθρωπο.

Και βέβαια, η συζήτηση δεν μπορεί να σταματήσει εδώ.

Μιλάμε διαρκώς για μόρφωση, πτυχία, επιστήμη και «νέα γενιά». Πολύ σωστά.

Αλλά ας κοιτάξουμε και γύρω μας.

Αν εξετάσουμε έργα που έχουν πραγματοποιηθεί τα τελευταία είκοσι χρόνια στην πόλη μας, μπορούμε πραγματικά να πούμε ότι το αποτέλεσμα ανταποκρίνεται στο επίπεδο της επιστημονικής κατάρτισης που υποτίθεται ότι διαθέτουμε;

Κυκλοφορώ πολλές φορές τις απογευματινές ώρες και αναρωτιέμαι:

Πού είναι η αστυνόμευση της πόλης;

Πολλές φορές, πουθενά. Ποιός μπορεί να νιώθει ασφαλής;

Και μετά έρχεται το γνωστό ελληνικό μοντέλο:

Πρώτα η ατασθαλία, μετά το πρόβλημα και στο τέλος η συζήτηση για το τι θα έπρεπε να είχε γίνει.

Όχι.

Ένα κράτος δεν λειτουργεί εκ των υστέρων.

Προβλέπει. Σχεδιάζει. Προλαμβάνει. Ελέγχει.

Και κυρίως, επενδύει στους πολίτες του.

Γιατί ένας νέος που δεν μπορεί να σπουδάσει επειδή η οικογένειά του δεν αντέχει το κόστος, δεν είναι απλώς ένα προσωπικό πρόβλημα.

Είναι απώλεια για ολόκληρη την κοινωνία.

Μπορεί ανάμεσα σε αυτούς τους νέους να βρίσκεται ο αυριανός μηχανικός, γιατρός, επιστήμονας, ερευνητής, εκπαιδευτικός ή επιχειρηματίας που θα μπορούσε να αλλάξει την πόλη και τη χώρα.

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο αν έχουμε πανεπιστήμια. Το ερώτημα είναι:

Έχουμε δημιουργήσει μια κοινωνία που επιτρέπει στους πραγματικά ικανούς να φτάσουν μέχρι αυτά;

Γιατί αν η απάντηση εξαρτάται κυρίως από το πορτοφόλι των γονέων, τότε ας είμαστε ειλικρινείς:

η γνώση μπορεί να είναι θεωρητικά για όλους, αλλά στην πράξη δεν είναι ακόμη προσβάσιμη σε όλους.

Τι κοινωνία θέλουμε να δημιουργήσουμε;

Μια κοινωνία στην οποία ο νέος θα προχωρά επειδή έχει ικανότητες, θέληση και εργατικότητα ή μια κοινωνία στην οποία θα προχωρά κυρίως εκείνος που έχει την οικονομική δυνατότητα να αντέξει μέχρι το τέλος;

Η Πολιτεία δεν μπορεί να ζητά από τους νέους να ονειρεύονται ένα καλύτερο μέλλον και ταυτόχρονα να αφήνει τις οικογένειές τους να γονατίζουν οικονομικά για να τους το εξασφαλίσουν.

Η παιδεία δεν είναι πολυτέλεια.
Η εργασία δεν είναι ντροπή.
Η αξιοπρέπεια δεν είναι προνόμιο των λίγων.

Αν θέλουμε πραγματικά μια χώρα με μέλλον, ας αρχίσουμε από εκείνους που θα την παραλάβουν.

Το μέλλον μιας κοινωνίας δεν χτίζεται με μεγαλόστομες διακηρύξεις. Χτίζεται όταν δίνεις στον νέο τη δυνατότητα να σταθεί μόνος του στα πόδια του και να αποδείξει τι πραγματικά αξίζει.

 

Κωνσταντίνος Ε. Χουρίδης

Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

οι λέξεις καθρεφτίζουν την ψυχή μας

Μεγαλώνοντας συνειδητοποίησα κάτι για τον εαυτό μου. Δεν μεγάλωσαν οι αποστάσεις ανάμεσα σε εμένα και τους ανθρώπους· μεγάλωσε η ανάγκη μου για ουσιαστική επικοινωνία.

Κάποιοι πιστεύουν πως απομακρύνομαι από τους ανθρώπους. Αντιθέτως. Αναζητώ ανθρώπους με ουσία. Και ναι, είναι αλήθεια, ίσως να απομακρύνομαι από έναν τρόπο επικοινωνίας που πλέον δεν με εκφράζει.

Δεν με ενοχλεί η οικειότητα ούτε το χιούμορ. Με συγκινεί μια ειλικρινής αγκαλιά, ένα αυθόρμητο χαμόγελο, η χαρά ενός ανθρώπου που σε αντικρίζει ύστερα απο αρκετό καιρό.

Με τα χρόνια ανακάλυψα ότι έχω ανάγκη από έναν λόγο που εκφράζει σεβασμό, σκέψη και ποιότητα. Αυτό που δυσκολεύομαι να συνηθίσω είναι όταν η καθημερινή επικοινωνία στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά σε στερεότυπες φράσεις που επαναλαμβάνονται μηχανικά. Γνωρίζω ότι για πολλούς, αυτό αποτελεί έναν τρόπο οικειότητας και όχι έλλειψης σεβασμού. 

Δεν το παρεξηγώ.

Απλώς, συνειδητοποίησα πως αυτό που αισθάνομαι δεν είναι θυμός ούτε προσβολή. Είναι η πλευρά της θεμιτής προτίμησης. Θα προτιμούσα δηλαδή να ακούω λόγια που να εκφράζουν την ίδια ζεστασιά και την ίδια φιλία, χωρίς να συνοδεύονται απο βωμολοχίες για να την αποδείξουν.

Ίσως γιατί η πολύχρονη ενασχόλησή μου με τη διδασκαλία των μαχητικών τεχνών με δίδαξε την αξία της πειθαρχίας, του αυτοελέγχου και του σεβασμού. Και ίσως γιατί η βαθιά μου αγάπη για την Ιστορία σε συνδυασμό με την πορεία μου στη συγγραφή με έκαναν να αγαπήσω ακόμη περισσότερο την ελληνική γλώσσα και τη δύναμη που κρύβουν οι λέξεις της. Ως συγγραφέας ζω μέσα σε μια διαρκή αναζήτηση της ακριβούς σημασίας κάθε λέξης. Όταν αφιερώνεις αμέτρητες ώρες αναζητώντας εκείνη τη μία λέξη που θα αποδώσει με πιστότητα μια σκέψη ή ένα συναίσθημα, αρχίζεις να τις ακούς διαφορετικά και στην καθημερινή ζωή.

Οι λέξεις δεν είναι απλώς ήχοι. Έχουν νόημα, βάρος και αισθητική. Μπορούν να ενώσουν, να διδάξουν, να εμπνεύσουν και να μείνουν στη μνήμη μας για μια ζωή.

Δεν ζητώ από κανέναν να αλλάξει. Ο καθένας εκφράζεται όπως νιώθει και μέσα από τον λόγο του φανερώνει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τον κόσμο. Όμως η ελευθερία της έκφρασης δεν αναιρεί τον σεβασμό προς τον συνομιλητή.

Έτσι κι εγώ έχω το δικαίωμα να αναζητώ ανθρώπους με τους οποίους η επικοινωνία κυλά με σεβασμό, ουσία και ευγένεια.

Αυτό δεν σημαίνει ότι έγινα απόμακρος. Σημαίνει ότι έγινα πιο επιλεκτικός. Και πιστεύω πως αυτή είναι μια απολύτως θεμιτή προτίμηση.


Κωνσταντίνος Ε. Χουρίδης

Συγγραφέας

Συντονιστής Εκπαιδευτής μαχητικών τεχνών & αυτοάμυνας

Σάββατο 11 Ιουλίου 2026

Το ζώο μέσα μας


Έτσι επιβεβαιώνεται, για άλλη μια φορά, η απορία μου: γιατί οι άνθρωποι στρέφονται όλο και περισσότερο στα ζώα;
Γιατί άραγε;
Ίσως επειδή αυτό που ενδόμυχα αναζητά ο άνθρωπος, ενστικτωδώς, για να αφυπνιστούν και να λειτουργήσουν οι αισθήσεις του, δεν είναι τίποτε άλλο από το ζωικό, το απλό, το αυθόρμητο, το πηγαίο βλέμμα· ο παράξενος ήχος της συναίνεσης και η απόλυτη σιωπή.

Μήπως, τελικά, εκεί βρίσκεται μια μορφή αλήθειας που οι άνθρωποι δυσκολεύονται πια να βρουν ο ένας στον άλλον;

Γιατί, αντικρίζοντας το ζώο, ο άνθρωπος αναγνωρίζει ασυνείδητα ένα κομμάτι του ίδιου του εαυτού του. Όσο κι αν ο πολιτισμός τον απομακρύνει από την πρωταρχική του φύση, παραμένει και ο ίδιος αρχικό μέλος του βασιλείου των ζώων. Ορθώθηκε για να κοιτάζει ψηλά, στάθηκε στα δύο του κάτω άκρα για να βλέπει καλύτερα τον ορίζοντα και ανέπτυξε τη σκέψη τη λογική και τον λόγο. Η γλώσσα αντικατέστησε τον βρυχηθμό και υπήρξε αναμφίβολα, το σπουδαιότερο εργαλείο της ανθρώπινης εξέλιξης. Χάρη σε αυτήν μεταδόθηκε η γνώση και γεννήθηκαν οι τέχνες και οι επιστήμες.

Ωστόσο, η ίδια αυτή δύναμη χρησιμοποιήθηκε πολλές φορές καταχρηστικά εις βάρος του ανθρώπου. Με λέξεις χάρη στη γλώσσα ακόμη και σήμερα καλλιεργούνται η δυσφήμιση, η απάτη, η συκοφαντία το μίσος, η προπαγάνδα και ο φανατισμός· και δεν ήταν λίγες οι φορές που η ίδια η γλώσσα έγινε αιτία συγκρούσεων,  εγκλημάτων, πολέμων και καταστροφών.

Τα ζώα δεν υστερούν επειδή δεν διαθέτουν ανθρώπινο λόγο. Διαθέτουν τη δική τους γλώσσα, λιτή, ειλικρινή  και θεραπευτική ενώ οι άνθρωποι ολοένα και συχνότερα τη χρησιμοποιούμε για να πληγώνουμε περισσότερο απ' όσο θα μπορούσε ποτέ να το κάνει η σιωπή ενός ζώου

Το ερώτημα δεν είναι τι λείπει από εκείνα, αλλά τι χάσαμε εμείς, όταν ο λόγος έπαψε να υπηρετεί την αλήθεια και άρχισε να υπηρετεί μόνο συμφέροντα και σκοπιμότητες.


Η μεγαλύτερη κατάκτηση του ανθρώπου δεν πρέπει να είναι μονάχα η υπεροχή στον λόγο αλλά πρωτίστως και σημαντικότερον να θυμάται πότε πρέπει να ακούει και πότε να σωπαίνει.



Κωνσταντίνος Ε. Χουρίδης
Συγγραφέας

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2026

Τα σημάδια του Έρωτα

 

Καθώς διανύω την πιο ώριμη ανδρική μου ηλικία, εκεί όπου οι ρυτίδες δεν αποτελούν πια ίχνη φθοράς αλλά χαράγματα σοφίας, αισθάνομαι την ανάγκη να στραφώ προς το αχνό παρελθόν,  με τη γλυκιά νοσταλγία της μνήμης και την  ηρεμία της αποδοχής.

Κάθε γραμμή στο πρόσωπο κρύβει μια σταγόνα εμπειρίας· κάθε σταγόνα εμπειρίας υπήρξε κάποτε δάκρυ, γέλιο, προσμονή ή απώλεια. Και μέσα σε όλες αυτές τις διαδρομές, υπήρξαν γυναίκες.

Γυναίκες που αγάπησα με την ορμή της νιότης, γυναίκες που ερωτεύθηκα σφοδρά με την αφέλεια και την αλήθεια των πρώτων ονείρων, γυναίκες που στάθηκαν δίπλα μου για λίγο ή για πολύ, αφήνοντας ανεξίτηλα αποτυπώματα στην ψυχή μου. Καθεμία τους υπήρξε ένα ξεχωριστό κεφάλαιο, μια διαφορετική εποχή, ένα ιδιαίτερο χρώμα στον καμβά της ύπαρξής μου.

Σε κάποιες έδωσα όσα μπορούσα να δώσω τότε. Σε άλλες, ίσως λιγότερα από όσα άξιζαν. Όχι από αδιαφορία, αλλά επειδή η ανθρώπινη ωριμότητα δεν συμβαδίζει πάντοτε με την ηλικία. Υπήρξαν βλέμματα που δεν διάβασα σωστά, καρδιές που δεν κατάφερα να αφουγκραστώ, συναισθήματα που πέρασαν από μπροστά μου αθόρυβα και χάθηκαν πριν προλάβω να τα αναγνωρίσω.

Σήμερα γνωρίζω πως η γυναίκα δεν είναι μόνο αντικείμενο του έρωτα. Είναι η μούσα που γεννά τη συγκίνηση, η δύναμη που εξευγενίζει τον άνδρα, το μυστήριο που τον αναγκάζει να αναζητήσει βαθύτερα τον εαυτό του. Μέσα από τα μάτια των γυναικών γνώρισα τον εαυτό μου. Μέσα από την αγάπη τους κατάλαβα ποιος ήμουν και ποιος θα μπορούσα να γίνω.

Και αν κάποιες φορές στάθηκα ανεπαρκής απέναντι στο μεγαλείο των αισθημάτων που μου προσφέρθηκαν, ο χρόνος υπήρξε ο αυστηρότερος και δικαιότερος δάσκαλος. Μου έμαθε πολλές φορές πως η δύναμη ενός έρωτα δεν βρίσκεται στο πόσο κράτησε αλλά στο πόσο βαθιά μας μεταμόρφωσε.

Επίκαιρα, κατά έναν παράδοξο τρόπο, αφήνομαι συχνά να περιπλανηθώ σε στιγμές του παρελθόντος, όσο το επιτρέπει η μνήμη. Όχι για να αναζητήσω όσα χάθηκαν αλλά για να ανασύρω στο συνειδητό για λίγο όσα κάποτε έδωσαν χρώμα και νόημα στη ζωή μου. Τις θυμάμαι σαν άστρα ενός ουρανού που κάποτε φώτισε τη διαδρομή μου. Άλλα έλαμψαν για μια στιγμή, άλλα συνόδευσαν ολόκληρες εποχές της ζωής μου.

Μεγαλώνοντας κατάλαβα πως δεν συναντάμε ανθρώπους για να κατοικήσουν για πάντα δίπλα μας. Κάποιοι έρχονται για να μας διδάξουν, κάποιοι για να μας αποκαλύψουν άγνωστες πλευρές του εαυτού μας και κάποιοι για να συντροφεύσουν μια συγκεκριμένη εποχή της ζωής μας. Έμαθα ακόμη πως η αξία μιας αγάπης δεν μετριέται από τη διάρκειά της αλλά από το αποτύπωμα που αφήνει στην ψυχή. Γιατί μια αληθινή σχέση δεν ενώνει απλώς δύο ανθρώπους, οικοδομεί έναν κοινό τόπο, όπου οι φόβοι, οι ελπίδες, οι αδυναμίες και τα όνειρα αποκτούν κοινή γλώσσα. Και όταν αυτό συμβεί, τίποτε δεν χάνεται πραγματικά, ακόμη κι αν οι δρόμοι κάποτε χωρίσουν.

Με βαθύ σεβασμό αφιερώνω τις σκέψεις αυτές οι οποίες αποτελούν μια πράξη ευγνωμοσύνης προς τις γυναίκες που συντρόφευσαν τη ζωή μου, προσφέροντας, καθεμία με τον δικό της τρόπο, ένα κομμάτι αλήθειας, ομορφιάς και γνώσης.

Γι' αυτό τώρα πια δεν αναρωτιέμαι γιατί κάποιες έμειναν και άλλες έφυγαν. Αναρωτιέμαι μόνο πόσο φτωχότερος θα ήταν ο κόσμος μου αν δεν είχαν περάσει ποτέ από τη ζωή μου.








Κωνσταντίνος Ε. Χουρίδης

Συγγραφέας
Συντονιστής - Εκπαιδευτής μαχητικών τεχνών και Αυτοάμυνας

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2026

Μια κοινωνία σε αναμονή: η συνήθεια της απάθειας

 

Υπάρχει ένα φαινόμενο που επαναλαμβάνεται εδώ και χρόνια: έντονη κριτική, διαρκής γκρίνια, αλλά χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα.

Ίσως εκεί να κρύβεται και ένα μέρος της απάθειας που έχουμε συνηθίσει ως κοινωνία. Όταν η κριτική μένει στην επιφάνεια και δεν συνοδεύεται από προτάσεις ή ευθύνη, τελικά δεν οδηγεί σε αλλαγή, απλώς αναπαράγει το ίδιο το αδιέξοδο.

Και αυτό δεν είναι θεωρία. Το βλέπει κανείς στην καθημερινότητα. Σε μια κοινωνία που συχνά λειτουργεί ως μικρογραφία του ίδιου του κράτους.

Αυτό με προβληματίζει βαθιά και θα έπρεπε να προβληματίζει τους περισσότερους  ελεύθερους συμπολίτες μου. Ως κοινωνία, αξίζει να προτείνονται λύσεις και μέτρα που να προστατεύουν τους ίδιους τους πολίτες.

Στους ανθρώπους που δεν συμπεριφέρονται πια με την ηρεμία και την πληρότητα της ανθρώπινης φύσης, που υπολειτουργούν, που τρέχουν διαρκώς, σκυφτοί, με άγχος και βιασύνη. Σε μια ένταση που έχει γίνει κανονικότητα. Ακόμη και σε μικρές συμπεριφορές «ακούσιας παραβατικότητας», όχι από πρόθεση αλλά από πίεση, κούραση και έλλειψη χρόνου και προοπτικής.

Και εμείς τι κάνουμε απέναντι σε αυτό; Μένουμε κοντά στο φαινόμενο, ή το αγνοούμε για να συνεχίσουμε αμέριμνα τη μέρα μας; Να μη χαλάσει η γεύση του καφέ στο επόμενο στέκι; Κάνουν την πασαρέλα για να δείξουν απλώς ότι υπάρχουν; Ή παρελαύνουν γιατί, μέσα από την προσωπική τους προσπάθεια, έχουν πετύχει κάτι πραγματικά ξεχωριστό για όλους; Νευριάζουμε με εμάς, με τους άλλους; Ποιοί είναι "το εμείς" και ποιοί ειναι "οι άλλοι"; Νευριάζει κανείς με τον εαυτό του για τις δικές του αδυναμίες, ή με τους γύρω που τρέχουν συνεχώς, σκυφτοί και αγχωμένοι; Γινόμαστε επιθετικοί γιατί μια συμπεριφορά μας προσβάλλει ηθικά; Και, τελικά, μήπως έτσι δημιουργούμε περισσότερα προβλήματα; Πως πρέπει να πράξουμε και ποιος φέρει την ευθύνη;

Και μέσα σε όλα όσα ταλανίζουν τον ενήλικα, που πασχίζει να γεφυρώσει το δικό του χρονικό πεπρωμένο, τα πιο ουσιαστικά ζητήματα μένουν πίσω. Και ένα από τα σημαντικότερα σήμερα αφορά τους νέους ανθρώπους.

Όταν δεν υπάρχει ασφάλεια, όταν η εργασία δεν αμείβεται αξιοπρεπώς, τότε είναι φυσικό να μην μπορούν να δραστηριοποιηθούν στον τόπο τους. Έτσι οδηγούνται στο να αναζητούν ευκαιρίες αλλού, συχνά με αβέβαιες ή και φρούδες προσδοκίες.

Αυτό δεν είναι μόνο προσωπικό πρόβλημα. Πλήττει το δημογραφικό και περιορίζει την εξέλιξη ολόκληρης της κοινωνίας.

Και την ίδια στιγμή, αντικρύζουμε με λύπη μια διαχρονική υποβάθμιση στην ποιότητα της ψυχαγωγίας και του πολιτισμού. Βαμμένες πινακίδες, τοίχοι, κυτία ενδείξεις που δηλώνουν αντίδραση, φωνές χωρίς θόρυβο που ενοχλούν το μάτι και υποδηλώνουν ότι κάτι δεν πάει καλά!  Η έλλειψη χώρων όπως το θέατρο ο κινηματογράφος και η όπερα δεν είναι απλώς πολιτιστικό έλλειμμα, στερεί από τον άνθρωπο ένα σημαντικό καταφύγιο έκφρασης και αποφόρτισης από την καθημερινότητα.

Ίσως τελικά το ζήτημα δεν είναι πόσο έντονα μιλάμε, αλλά πόσο ουσιαστικά. Γιατί χωρίς βάθος, η κριτική γίνεται συνήθεια και η συνήθεια, απάθεια.

 

Κωνσταντίνος Ε. Χουρίδης

Συγγραφέας - Συντονιστής Εκπαιδευτής μαχητικών τεχνών και Αυτοάμυνας

Πέμπτη 5 Μαρτίου 2026

Η δύναμη της ειρήνης

Την τελευταία εβδομάδα άκουσα τη λέξη «πόλεμος» περισσότερες φορές απ’ όσες μπορώ να θυμηθώ. Στα δελτία ειδήσεων, στις αναλύσεις, στα πάνελ, στα έκτακτα. Η λέξη επαναλαμβάνεται με τέτοια ένταση ώστε να γίνει αναπόσπαστο κομμάτι του υποσυνείδητου. Η λέξη «ειρήνη»..ακούγεται σπάνια.

Η συνεχής αναπαραγωγή μιας απειλής δεν είναι ουδέτερη πράξη. Η γλώσσα διαμορφώνει αντίληψη, η αντίληψη διαμορφώνει στάση και η στάση διαμορφώνει κοινωνική συμπεριφορά. Όταν ο δημόσιος λόγος κατακλύζεται από σενάρια σύρραξης, καταστροφής και κλιμάκωσης, ο φόβος παύει να είναι παροδικό συναίσθημα και γίνεται μόνιμο υπόστρωμα.

Τα τελευταία χρόνια βιώσαμε μια περίοδο παγκόσμιας αβεβαιότητας. Η κοινωνία δοκιμάστηκε, η εμπιστοσύνη κλονίστηκε, οι αντοχές μειώθηκαν. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η διαχείριση της πληροφορίας αποκτά τεράστια σημασία. Όταν όμως η ενημέρωση μετατρέπεται σε διαρκή δραματοποίηση, γεννάται εύλογα το ερώτημα: Υπηρετείται υπό αυτές τις συνθήκες όντως ψυχραιμία ή καλλιεργείται μόνιμα ο φόβος της ανασφάλειας;

Κάποιοι ίσως σκεφτούν ότι, επειδή διδάσκω πολεμικές τέχνες, είναι παράδοξο να μιλώ για ειρήνη. Ακριβώς αυτή η εμπειρία με κάνει να κατανοώ τη δύναμη και τον κίνδυνο της βίας και γι’ αυτό θεωρώ την ειρήνη τόσο σημαντική. Η εκπαίδευση στις πολεμικές τέχνες δεν διδάσκει την επίθεση, αλλά την αυτοπειθαρχία και τον έλεγχο και η ειρήνη ξεκινά πάντα από τον έλεγχο του εαυτού.

Σε μια πόλη των 150.000 κατοίκων, περίπου 3.000 άνθρωποι ( δηλαδή το 2% των κατοίκων) ασχολούνται ενεργά με πολεμικές τέχνες. Μικρό ποσοστό σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό, αλλά η επίδρασή τους είναι μεγάλη. Διδάσκουν αυτοπειθαρχία, σεβασμό και έλεγχο, αξίες που υπερβαίνουν τις σχολές και βοηθούν στη δημιουργία πιο ώριμων και ψύχραιμων κοινοτήτων.

Η γεωπολιτική πραγματικότητα είναι σύνθετη και σκληρή. Συγκρούσεις, ενεργειακές ανακατατάξεις, ανταγωνισμοί ισχύος, όλα αυτά είναι υπαρκτά. Όμως η διαρκής προβολή του χειρότερου σεναρίου δεν ενισχύει την κοινωνική ωριμότητα, αντίθετα τροφοδοτεί τον πανικό. Και ο πανικός είναι κακός σύμβουλος, τόσο για τους πολίτες όσο και για τις ηγεσίες.

Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι το πώς η εικόνα της καταστροφής γίνεται καθημερινό θέαμα. Μικροί και μεγάλοι εκτίθενται σε σκηνές ολέθρου σαν να πρόκειται για κανονικότητα. Ένα αναπόφευκτο  σοκ που αντικαθίσταται από εξοικείωση. Κι αυτό είναι ίσως πιο επικίνδυνο από τον ίδιο τον φόβο.

Το ερώτημα, τελικά, δεν είναι αν υπάρχουν απειλές. Υπάρχουν. Το ερώτημα είναι ποια ευθύνη αναλαμβάνει ο δημόσιος λόγος απέναντι στην κοινωνία. Η ενημέρωση οφείλει να φωτίζει, όχι να φανατίζει. Να εξηγεί και να προάγει τη νηφαλιότητα κι όχι να την υπονομεύει.

Σε περιόδους έντασης, η λέξη «ειρήνη» πρέπει να αρθρώνεται καθαρά και επίμονα. Οι κοινωνίες δεν χρειάζονται περισσότερο φόβο, χρειάζονται περισσότερη υπευθυνότητα.

Ας αναλογιστούμε, λοιπόν, όχι μόνο ποιος μιλά για πόλεμο, αλλά και ποιος εργάζεται ουσιαστικά για την ειρήνη. Αυτό που επιδιώκω με το κείμενο είναι να υπενθυμίσω ότι, ακόμα και μέσα στην καθημερινή ένταση και την υπερβολική προβολή φόβου, η επιλογή να καλλιεργούμε ειρήνη, σεβασμό και αυτοέλεγχο μπορεί να διαμορφώσει καλύτερες κοινωνίες και να εμπνεύσει τις νέες γενιές.


Κωνσταντίνος Ε. Χουρίδης

Συγγραφέας - Συντονιστής-Εκπαιδευτής μαχητικών τεχνών Αυτοάμυνας

Η γνώση ειναι πραγματικά για όλους;

  Υπάρχει ένα ζήτημα που, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να αντιμετωπιστεί στην χώρα μας με απόλυτη σοβαρότητα: η κατάσταση των φοιτητών και, κυρ...