Αυτό που θα διαβάσετε δεν είναι μυθιστόρημα ούτε σενάριο. Είναι μια αληθινή εμπειρία που σημάδεψε τη ζωή ενός ανθρώπου. Μια ιστορία για το πώς οι δοκιμασίες μπορούν να διαμορφώσουν τον χαρακτήρα, και πώς η αγάπη και η αποφασιστικότητα μπορούν να δώσουν νόημα ακόμα και στα πιο δύσκολα χρόνια.
Γράφει σαράντα χρόνια μετά.
Όχι γιατί ξαφνικά θυμήθηκε. Δεν ξέχασε ποτέ.
Γράφει σήμερα ο ώριμος άνδρας για τον έφηβο που υπήρξε τότε, γιατί μόνο τώρα μπορεί να κοιτάξει εκείνο το καλοκαίρι χωρίς να πνίγεται στις αναμνήσεις του.
Ήταν από εκείνα τα ζεστά αυγουστιάτικα καλοκαίρια της δεκαετίας του ’80, φωτεινά και ανέμελα, που νομίζει κανείς ότι δεν τελειώνουν ποτέ. Θάλασσα, αμμουδιά, γήπεδο, φίλοι, μικροδουλειές για να μαζέψει λίγα χρήματα
για τα σχολικά του. Ο πατέρας έλειπε σε δρομολόγιο στην Τεχεράνη. Η απουσία του
είχε κανονικότητα. Μέχρι που δεν είχε.
Μια ζεστή καλοκαιρινή μέρα, που συνήθως φέρνει γιορτή και χαρά, ήρθε η ανατροπή και συνέβη το δυστύχημα στην καρδιά της Ανατολίας. Πολλά οχήματα ενεπλάκησαν και υπήρξαν
νεκροί, ανάμεσά τους και ο συνοδηγός του πατέρα του.
Την επόμενη μέρα, όταν επέστρεψε από το
γήπεδο, είδε κόσμο μαζεμένο έξω από το σπίτι. Κάποιοι καθισμένοι στο πεζούλι άλλοι όρθιοι
στο προαύλιο. Κανείς τους δεν μιλούσε. Τον κοιτούσαν. Θυμάται πως η σιωπή ήταν πιο
βαριά από οτιδήποτε άλλο στη ζωή του.
Η ενημέρωση από την πρεσβεία ανέφερε
νεκρούς. Τα στοιχεία ήταν μπερδεμένα και θεώρησαν ότι ανάμεσά τους ήταν κι ο
πατέρας του.
Για δύο ημέρες έζησε μέσα σε μια
πρωτόγνωρη σκοτοδίνη. Το σπίτι γέμισε κόσμο, κλάματα, ψίθυροι, χέρια στους
ώμους του.
«Όλα θα πάνε καλά», του έλεγαν.
Κι εκείνος απαντούσε:
«Μα ζει, γιατί τα λέτε αυτά;»
Δεν ήξερε αν το πίστευε. Ήξερε μόνο ότι δεν άντεχε να πει το αντίθετο.
Ύστερα ήρθε η ανατροπή. Ο πατέρας του
ζούσε, έγινε λάθος στην ταυτοποίηση απο τις αρχές. Η λύπη μετατράπηκε σε γέλιο, η απελπισία σε
ανακούφιση, με αγκαλιές και δάκρυα χαράς. Αλλά η ζωή δεν τελειώνει στα θαύματα.
Συνεχίζει στις συνέπειες. Και για λίγες ώρες ένιωσε ότι κάτι υπερφυσικό, κάτι
θεϊκό, είχε παρέμβει.
Μέσα στις επόμενες ημέρες, ενημερώθηκαν
ότι βρισκόταν σε κωματώδη κατάσταση. Αργότερα μαθεύτηκε η συλληψή του. Ήταν ο μοναδικός
επιζών οδηγός και θεωρήθηκε υπαίτιος. Έπειτα καταδικάστηκε. Τα γράμματα που έφταναν
ήταν ανοιγμένα, με φωτογραφίες που τον έδειχναν δίπλα σε άλλους κρατούμενους.
Το βλέμμα του ήταν αλλού, μακριά.
Όταν επέστρεψε τον Ιανουάριο του 1985,
δεν επέστρεψε ο ίδιος άνθρωπος. Επέστρεψε ένας άνδρας σπασμένος. Είχε δεχθεί
βία, είχε ταπεινωθεί, είχε ζήσει φόβο. Και δεν υπήρξε καμία θεραπεία, καμία
φροντίδα για όσα κουβαλούσε μέσα του. Ό,τι είχε ζήσει υπήρχε μέσα στο σπίτι χωρίς να λέγεται.
Η μητέρα του στάθηκε όρθια. Δεν
διαμαρτυρήθηκε, δεν λύγισε μπροστά τους. Θυμάται μόνο το βλέμμα της εκείνες τις
πρώτες ημέρες, μια απελπισία που δεν ήθελε να ξαναδεί ποτέ.
Τότε, χωρίς να το πει δυνατά, έδωσε μια
υπόσχεση στον εαυτό του: δεν θα την αφήσει μόνη. Και κάθε φορά που ένιωθε
κουρασμένος, η υπόσχεση αυτή τον θύμιζε ποιος ήταν και ποιον όφειλε να
στηρίξει. Αυτή η απόφαση έγινε άξονας ζωής.
Αργότερα έφυγε στο εξωτερικό. Σπούδασε,
εργάστηκε, προχώρησε, εξελίχθηκε. Υπήρξαν στιγμές βαθιάς εσωτερικής γαλήνης σα να έβρισκαν νόημα όλα όσα είχαν προηγηθεί.
Ακολούθησαν επαγγελματικές επιτυχίες και δημιουργίες. Δεν το έκανε μόνο από
φιλοδοξία. Το έκανε γιατί μέσα του υπήρχε μια ανάγκη να δικαιώσει τον προσωπικό
του αγώνα και εκείνης της γυναίκας.
Οι μαχητικές τέχνες ήταν η εκτόνωσή του.
Εκεί έμαθε ότι η δύναμη δεν είναι επιθετικότητα αλλά έλεγχος, ότι η ένταση
μπορεί να γίνει πειθαρχία, ότι το σώμα θυμάται αλλά μπορεί και να
μετασχηματίσει τη μνήμη.
Επέστρεψε στην Ελλάδα όταν ένιωσε
έτοιμος. Όχι για να ξεφύγει από κάτι, αλλά για να σταθεί συνειδητά, να διδάξει,
να δημιουργήσει, να δώσει.
Σήμερα, αν τον ρωτήσουν τι τον
διαμόρφωσε, δεν θα πει ότι ήταν το γεγονός. Θα πει η επιλογή που έκανε μετά από
αυτό. Θα μπορούσε να είχε φύγει νωρίτερα, να είχε φτιάξει μια ζωή μακριά από
όλους και όλα. Να είχε απαλλαγεί από το βάρος. Δεν το έκανε. Και δεν το
μετάνιωσε.
Κατάλαβε κάτι που δεν γράφεται εύκολα: οι αξίες δεν είναι λέξεις, είναι στάση. Η αξιοπρέπεια δεν είναι θεωρία,
είναι πράξη όταν δεν σε βλέπει κανείς. Και η αγάπη δεν αποδεικνύεται με λόγια
αλλά με παρουσία.
Ο άνθρωπος δεν επιλέγει τις δοκιμασίες
του αλλά επιλέγει ποιος θα γίνει εξαιτίας τους. Αυτός επέλεξε να μην αποδράσει
και, προπάντων, να μην ξεχάσει.
Και αν σήμερα νιώθει γαλήνη, δεν είναι γιατί όλα πήγαν εύκολα. Είναι γιατί
μπορεί να κοιτάξει πίσω χωρίς θυμό και χωρίς ντροπή.
Και αυτό του αρκεί.

.jpg)

.jpg)

.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)