Με αφορμή
πρόσφατα περιστατικά εκφοβισμού που συγκλόνισαν την κοινωνία, τίθεται ένα
δύσκολο αλλά αναγκαίο ερώτημα: είναι τελικά οι ανήλικοι τόσο αθώοι όσο συχνά
πιστεύουμε;
Η εικόνα
του παιδιού με την αγνή καρδιά και το φυσικό χαμόγελο φαίνεται να συγκρούεται
με μια διαφορετική πραγματικότητα. Παρατηρώντας τα γεγονότα της εποχής μας,
συναντά κανείς συχνά συμπεριφορές που χαρακτηρίζονται από πονηρία,
επιθετικότητα, εκδικητικότητα που δύσκολα εξηγείται.
Ποιοι είναι
τελικά αυτοί οι νέοι; Γιατί στις μέρες μας εμφανίζεται τόσο έντονα αυτή η μορφή
κοινωνικής έντασης;
Πολλοί από
αυτούς τους εφήβους δεν έχουν βιώσει τις μεγάλες στερήσεις που γνώρισαν
παλαιότερες γενιές: πόλεμο, ξενιτιά, πείνα ή ακραία φτώχεια. Κι όμως, φαίνεται
να συνοδεύονται από έναν διαρκή θυμό και μια αίσθηση εγκλωβισμού σε μια περίοδο
ζωής που θεωρείται ήδη ευάλωτη: την εφηβεία.
Ένα από τα
σημαντικά ζητήματα αφορά τη δομή της σύγχρονης οικογένειας. Όταν ένα παιδί
μεγαλώνει μέσα σε έντονες συγκρούσεις ή βιώνει τον χωρισμό των γονιών του,
δημιουργείται συχνά ένα δυσαναπλήρωτο κενό. Η απουσία του ενός γονέα ή η
συνεχής αρνητική αναφορά στον άλλον μπορεί να διαμορφώσει συναισθήματα
αμφιβολίας, θυμού και εσωτερικής ανασφάλειας.
Ωστόσο, οι
δυσκολίες ενός παιδιού δεν περιορίζονται μόνο στις περιπτώσεις χωρισμένων
οικογενειών. Υπάρχουν και παιδιά που μεγαλώνουν με την παρουσία και των δύο
γονιών, αλλά βιώνουν καθημερινά ένα περιβάλλον συναισθηματικής έντασης. Η
αδιαφορία, οι συνεχείς λεκτικές συγκρούσεις, η υποτίμηση ή η ψυχολογική πίεση
μέσα στο σπίτι μπορούν να αφήσουν εξίσου βαθιά τραύματα.
Ένα παιδί
που μεγαλώνει σε ένα περιβάλλον όπου οι φωνές, οι κατηγορίες και η ένταση
αποτελούν καθημερινότητα, συχνά αισθάνεται το ίδιο ανασφαλές με ένα παιδί που
βιώνει την απουσία ενός γονέα. Η συναισθηματική αποστασιοποίηση των ενηλίκων
μπορεί να δημιουργήσει στο παιδί την αίσθηση ότι δεν ακούγεται, δεν
υπολογίζεται και δεν έχει πραγματική αξία.
Σε τέτοιες συνθήκες, ο έφηβος
συχνά μεταφέρει αυτή τη συσσωρευμένη ένταση στο σχολείο ή στις κοινωνικές του
σχέσεις. Ο θυμός, η επιθετικότητα ή η ανάγκη για επιβολή μπορεί να λειτουργούν
ως τρόπος έκφρασης μιας εσωτερικής πίεσης που δεν βρίσκει χώρο να εκφραστεί
μέσα στην οικογένεια.
Σε πολλές
περιπτώσεις εμφανίζεται το φαινόμενο της εργαλειοποίησης του παιδιού μέσα στις
συγκρούσεις των ενηλίκων. Το παιδί καλείται να πάρει θέση, να ακούσει
κατηγορίες για τον έναν γονέα από τον άλλον ή να μεταφέρει μηνύματα και παράπονα.
Έτσι δημιουργούνται μέσα του ενοχή και σύγχυση, καθώς αισθάνεται ότι πρέπει να
επιλέξει πλευρά ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που αγαπά.
Παράλληλα,
στο σχολικό και κοινωνικό περιβάλλον εμφανίζονται φαινόμενα δημόσιου
εξευτελισμού. Ένας μαθητής μπορεί να γίνει στόχος ευτελισμού μπροστά σε
συμμαθητές ή ακόμη και μέσα από βίντεο και αναρτήσεις στα κοινωνικά δίκτυα. Ο
εξευτελισμός αυτός, που για κάποιους μοιάζει με «αστείο», για το παιδί που τον
βιώνει δημιουργεί βαθιά τραύματα και αίσθημα ντροπής.
Μπροστά σε
αυτές τις πιέσεις πολλοί έφηβοι στρέφονται έντονα προς τις παρέες συνομηλίκων.
Η ομάδα φίλων γίνεται συχνά το μοναδικό σημείο όπου αισθάνονται αποδοχή και
δύναμη. Όταν όμως η ομάδα λειτουργεί χωρίς όρια και καθοδήγηση μπορεί εύκολα να
ενθαρρύνει συμπεριφορές επιθετικότητας ή εκφοβισμού.
Έτσι
δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος, το παιδί που μόνο του αισθάνεται αδύναμο,
μέσα στην ομάδα νιώθει ισχυρό. Η συλλογική δράση προσφέρει την ψευδαίσθηση
δύναμης.
Το κρίσιμο
ερώτημα. Ποιος τελικά καθορίζει το πραγματικό συμφέρον του παιδιού; Οι νόμοι
μπορούν να ορίσουν διαδικασίες, αλλά δύσκολα μπορούν να παρακολουθήσουν την
καθημερινή ψυχολογική πραγματικότητα ενός παιδιού που μεγαλώνει μέσα σε
συγκρούσεις ή συναισθηματικές ελλείψεις.
Η αγάπη,
που θα έπρεπε να αποτελεί τη βάση της διαπαιδαγώγησης, συχνά μετατρέπεται στα
μάτια του παιδιού σε ένα αμφισβητούμενο συναίσθημα όταν βλέπει τους γονείς του
να χωρίζουν ή να συγκρούονται. Το παιδί τότε προσπαθεί μόνο του να ερμηνεύσει
καταστάσεις που ξεπερνούν την ηλικία και την ωριμότητά του.
Το ζήτημα
της διαπαιδαγώγησης δεν μπορεί να περιορίζεται ούτε στην οικονομική άνεση ούτε
στην υλική παροχή. Τα χρήματα δεν δημιουργούν χαρακτήρα. Ούτε όμως η στέρηση
οδηγεί αναγκαστικά στην παραβατικότητα. Αυτό που τελικά διαμορφώνει τον νέο
άνθρωπο είναι η παρουσία, το παράδειγμα και η ισορροπία των σχέσεων μέσα στην
οικογένεια και την κοινωνία.
Ίσως λοιπόν
το πραγματικό πρόβλημα να μην βρίσκεται μόνο στη συμπεριφορά των νέων αλλά στην
ευρύτερη κρίση αξιών, θεσμών και προτύπων που βιώνει η σύγχρονη κοινωνία. Όταν
η οικογένεια αποδυναμώνεται και οι θεσμοί αδυνατούν να εμπνεύσουν εμπιστοσύνη,
ο έφηβος συχνά αναζητά δύναμη μέσα στην ομάδα και όχι μέσα στην προσωπική του
ευθύνη.
Ιδιαίτερη
συζήτηση προκαλεί και η θέση των αγοριών στη σύγχρονη κοινωνία. Πολλοί
υποστηρίζουν ότι οι νεανίες μεγαλώνουν σήμερα μέσα σε ένα περιβάλλον σύγχυσης
ως προς τον ρόλο και την ταυτότητά τους. Από τη μία πλευρά καλούνται να
περιορίσουν κάθε έντονη έκφραση δύναμης ή θυμού, από την άλλη όμως δεν τους
προσφέρεται πάντα ένα υγιές πρότυπο ανδρικής ευθύνης και ωριμότητας.
Όταν η
ενέργεια, η ανάγκη για πρωτοβουλία και η διάθεση για δοκιμή ορίων δεν βρίσκουν
δημιουργική διέξοδο, συχνά μετατρέπονται σε επιθετική επίδειξη δύναμης μέσα
στην ομάδα. Γι’ αυτό παρατηρείται συχνά ότι ορισμένες παραβατικές συμπεριφορές
εμφανίζονται συλλογικά και όχι ατομικά. Η ομάδα προσφέρει το αίσθημα ασφάλειας που
λείπει από το άτομο μόνο του.
Αξίζει να
σημειωθεί ότι πολλά παιδιά και έφηβοι ασχολούνται με ομαδικά αθλήματα όπως
ποδόσφαιρο, καλαθοσφαίριση ή άλλα αθλήματα.
Οι μαχητικές τέχνες εστιάζουν
στο άτομο και διδάσκουν πώς να προστατεύει τον εαυτό του με ασφάλεια και
αυτοπειθαρχία και να σηκώνεται μόνος του μετά από μια πτώση. Σε αντίθεση με τα
ομαδικά αθλήματα, όπου υπάρχουν αναπληρωματικοί, η ένταση και ο ανταγωνισμός για το ποιος είναι
καλύτερος ή ομορφότερος ή πιο δυνατός, η πίεση για νίκη και η έλλειψη
προσωπικής αναγνώρισης συχνά οδηγούν σε νευρικότητα και διαμάχες, οι μαχητικές
τέχνες παρέχουν ένα δομημένο πλαίσιο για εκτόνωση, ανάπτυξη αυτοελέγχου και
υπευθυνότητας. Ο μαθητής μαθαίνει να διαχειρίζεται τους φόβους του, τη δύναμή
του, να σέβεται τον άλλον και να ενεργεί συνειδητά, χωρίς την ανάγκη
επιβεβαίωσης ή προστασίας από την ομάδα.
Έτσι ολοκληρώνεται η έξοδος από
την ένταση που διαφορετικά μπορεί να εκφραστεί ως επιθετικότητα.
Η πραγματική πρόκληση για την
κοινωνία είναι να κατευθύνει αυτές τις τάσεις προς την υπευθυνότητα και τον
σεβασμό προς τους άλλους.
Για αυτούς
τους λόγους, δεν θα ήταν υπερβολή να συζητηθεί η ένταξη των μαχητικών τεχνών ως
υποχρεωτικό μάθημα στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Με την κατάλληλη καθοδήγηση,
οι μαθητές θα έχουν τη δυνατότητα να εκφράσουν με ασφαλή τρόπο την ένταση και
τη φυσική τους ενέργεια, να καλλιεργήσουν αυτοπειθαρχία και σεβασμό.
Ένα τέτοιο πρόγραμμα θα μπορούσε να αποτελέσει
προληπτικό μέτρο, μειώνοντας φαινόμενα βίας, εκφοβισμού και συλλογικής
παραβατικότητας.
Κωνσταντίνος Ε. Χουρίδης
Συγγραφέας - Συντονιστής Εκπαιδευτής μαχητικών τεχνών και Αυτοάμυνας