Την τελευταία
εβδομάδα άκουσα τη λέξη «πόλεμος» περισσότερες φορές απ’ όσες μπορώ να θυμηθώ.
Στα δελτία ειδήσεων, στις αναλύσεις, στα πάνελ, στα έκτακτα. Η λέξη
επαναλαμβάνεται με τέτοια ένταση ώστε να γίνει αναπόσπαστο κομμάτι του υποσυνείδητου. Η λέξη «ειρήνη»..ακούγεται σπάνια.
Η συνεχής
αναπαραγωγή μιας απειλής δεν είναι ουδέτερη πράξη. Η γλώσσα διαμορφώνει
αντίληψη, η αντίληψη διαμορφώνει στάση και η στάση διαμορφώνει κοινωνική
συμπεριφορά. Όταν ο δημόσιος λόγος κατακλύζεται από σενάρια σύρραξης,
καταστροφής και κλιμάκωσης, ο φόβος παύει να είναι παροδικό συναίσθημα και
γίνεται μόνιμο υπόστρωμα.
Τα τελευταία χρόνια
βιώσαμε μια περίοδο παγκόσμιας αβεβαιότητας. Η κοινωνία δοκιμάστηκε, η
εμπιστοσύνη κλονίστηκε, οι αντοχές μειώθηκαν. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η
διαχείριση της πληροφορίας αποκτά τεράστια σημασία. Όταν όμως η ενημέρωση
μετατρέπεται σε διαρκή δραματοποίηση, γεννάται εύλογα το ερώτημα: Υπηρετείται
υπό αυτές τις συνθήκες όντως ψυχραιμία ή καλλιεργείται μόνιμα ο φόβος της
ανασφάλειας;
Κάποιοι ίσως σκεφτούν ότι,
επειδή διδάσκω πολεμικές τέχνες, είναι παράδοξο να μιλώ για ειρήνη. Ακριβώς
αυτή η εμπειρία με κάνει να κατανοώ τη δύναμη και τον κίνδυνο της βίας και γι’
αυτό θεωρώ την ειρήνη τόσο σημαντική. Η εκπαίδευση στις πολεμικές τέχνες δεν
διδάσκει την επίθεση, αλλά την αυτοπειθαρχία και τον έλεγχο και η ειρήνη ξεκινά
πάντα από τον έλεγχο του εαυτού.
Σε
μια πόλη των 150.000 κατοίκων, περίπου 3.000 άνθρωποι ( δηλαδή το 2 % των κατοίκων) ασχολούνται ενεργά με
πολεμικές τέχνες. Μικρό ποσοστό σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό, αλλά η
επίδρασή τους είναι μεγάλη. Διδάσκουν αυτοπειθαρχία, σεβασμό και έλεγχο, αξίες
που υπερβαίνουν τις σχολές και βοηθούν στη δημιουργία πιο ώριμων και ψύχραιμων
κοινοτήτων.
Η γεωπολιτική
πραγματικότητα είναι σύνθετη και σκληρή. Συγκρούσεις, ενεργειακές
ανακατατάξεις, ανταγωνισμοί ισχύος, όλα αυτά είναι υπαρκτά. Όμως η διαρκής
προβολή του χειρότερου σεναρίου δεν ενισχύει την κοινωνική ωριμότητα, αντίθετα
τροφοδοτεί τον πανικό. Και ο πανικός είναι κακός σύμβουλος, τόσο για τους
πολίτες όσο και για τις ηγεσίες.
Ιδιαίτερα
ανησυχητικό είναι το πώς η εικόνα της καταστροφής γίνεται καθημερινό θέαμα.
Μικροί και μεγάλοι εκτίθενται σε σκηνές ολέθρου σαν να πρόκειται για
κανονικότητα. Ένα αναπόφευκτο σοκ που
αντικαθίσταται από εξοικείωση. Κι αυτό είναι ίσως πιο επικίνδυνο από τον ίδιο
τον φόβο.
Το ερώτημα, τελικά,
δεν είναι αν υπάρχουν απειλές. Υπάρχουν. Το ερώτημα είναι ποια ευθύνη
αναλαμβάνει ο δημόσιος λόγος απέναντι στην κοινωνία. Η ενημέρωση οφείλει να
φωτίζει, όχι να φανατίζει. Να εξηγεί και να προάγει τη νηφαλιότητα κι όχι να
την υπονομεύει.
Σε περιόδους
έντασης, η λέξη «ειρήνη» πρέπει να αρθρώνεται καθαρά και επίμονα. Οι κοινωνίες
δεν χρειάζονται περισσότερο φόβο, χρειάζονται περισσότερη υπευθυνότητα.
Ας αναλογιστούμε,
λοιπόν, όχι μόνο ποιος μιλά για πόλεμο, αλλά και ποιος εργάζεται ουσιαστικά για
την ειρήνη. Αυτό που
επιδιώκω με το κείμενο είναι να υπενθυμίσω ότι, ακόμα και μέσα στην καθημερινή
ένταση και την υπερβολική προβολή φόβου, η επιλογή να καλλιεργούμε ειρήνη,
σεβασμό και αυτοέλεγχο μπορεί να διαμορφώσει καλύτερες κοινωνίες και να
εμπνεύσει τις νέες γενιές.
Κωνσταντίνος Ε. Χουρίδης
Συγγραφέας - Συντονιστής-Εκπαιδευτής μαχητικών τεχνών Αυτοάμυνας