Χθες
το μεσημέρι, περνώντας με το ποδήλατο από ένα γνωστό σοκάκι της πόλης, άκουσα
μια ατάκα που με γύρισε δεκαετίες πίσω. Από αυτές που δεν τις μαθαίνεις. Τις
κληρονομείς. Κάτι σαν οικογενειακό κειμήλιο αλλά σε λεκτική μορφή.
Σε ένα παγκάκι κάθονταν τρία γεροντάκια. Όχι παππούδες της σιωπής αλλά από εκείνους τους ακόμη ενεργούς, με το μάτι γαρίδα και τη γλώσσα ακονισμένη, που θεωρούν χρέος τους να σχολιάζουν κάθε περαστικό.
Ιδίως αν είναι νεαρές κοπέλες. Ιδίως αν έχει ήλιο.
Μπροστά
μου περπατούσαν μερικές νεαρές και τα γεροντάκια είχαν ήδη μπει σε φάση
επιθεώρησης με το ένστικτο του παλιού κυνηγού να επανέρχεται στη φαντασία
τους πιο ζωηρό κι από τα γόνατά τους. Λες και αξιολογούσαν συμμετοχές καλλονών
σε καλλιστεία του ’77.
Την
ώρα που τις προσπερνούσα με το ποδήλατο, χτυπώντας το κουδούνι διακριτικά
—δήθεν για να κάνουν στην άκρη— πετάγεται ο ένας, ο πιο μόρτης, με φωνή που
είχε δει καλύτερες μέρες τη χρυσή δεκαετία του ’80 αλλά κρατούσε ακόμη
χαρακτήρα:
«Σούζα
κάνει, δικέ μου;»
Για
ένα δευτερόλεπτο λες και σταμάτησε ο χρόνος. Το σοκάκι χάθηκε και βρέθηκα σε
αυλές με γιασεμιά, σε καφενεία της εποχής με θείους πενηντάρηδες, κουρασμένους,
σκυθρωπούς, που γελούσαν μόνοι τους με τα ίδια τους τα αστεία. Η ατάκα είχε
έρθει αυτούσια, άθικτη, σα να την είχαν συντηρήσει σε φορμόλη.
Οι
κοπέλες φυσικά δεν κατάλαβαν τίποτα. Κοίταξαν απλώς για μια στιγμή αμήχανα και
λίγο τρομαγμένες, με εκείνο το βλέμμα του «πάμε να φύγουμε μωρέ», πριν
συνεχίσουν τον δρόμο τους. Τα γεροντάκια, όμως, αντάλλαξαν βλέμματα
ικανοποίησης και ένα μειδίαμα που πρόδιδε αίσθηση υπεροχής. Ένα μηδέν.
Σημειώστε Χ. Δεν είχε σημασία αν βγήκε γέλιο, αν υπήρξε αντίδραση ή αν τους
άκουσε κανείς. Η φράση ειπώθηκε και η παράδοση συνεχίστηκε.
Κι
εγώ συνέχισα τον δρόμο μου χαμογελώντας. Γιατί, για λίγα δευτερόλεπτα, είχα
ακούσει ζωντανά μια ατάκα-απολίθωμα. Από αυτές που σου θυμίζουν ότι κάποιες
συνήθειες δεν πεθαίνουν ποτέ, απλώς κάθονται σε παγκάκια και σχολιάζουν
καλοπροαίρετα, όχι για να πληγώσουν, αλλά σαν ένα φιλικό πείραγμα που κρατάει
ζωντανή την παράδοση, παρακολουθώντας τον κόσμο που περνά.
Τελικά, η ψυχική ευφορία δεν
έρχεται από όσα περιμένεις ούτε από όσα θεωρείς δεδομένα, αλλά από εκείνα τα
μικρά, απρόσμενα περιστατικά που σε πετυχαίνουν απροετοίμαστο.
Κωνσταντίνος Ε. Χουρίδης
Συγγραφέας - Συντονιστής Εκπαιδευτής μαχητικών τεχνών και Αυτοάμυνας
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.