Υπάρχουν εποχές που δεν μετριούνται με το ρολόι, αλλά με το συναίσθημα. Εποχές που, όσο απομακρύνονται, τόσο πιο φωτεινές μοιάζουν μέσα μας. Η επιστροφή των αναμνήσεων στα χρόνια εκείνα, τα απλά, τα ήσυχα, τα γεμάτα ζωντανή παρουσία. Και όσοι δεν ζούν με τις αναμνήσεις, τότε έχουν ενα κενό μέσα τους γιατί έχουν χάσει ένα μεγάλο μέρος της ζωής τους. Οι αναμνήσεις είναι το προβάδισμα για το μέλλον· είναι η παρακαταθήκη των εμπειριών, των γνώσεων και των στιγμών.
Η καθημερινότητα είχε ρυθμό.
Η τηλεόραση άνοιγε το απόγευμα και έκλεινε τα μεσάνυχτα με τον εθνικό ύμνο, σαν
μια τελετουργία που έδινε αρχή και τέλος στη μέρα. Δεν υπήρχε υπερβολή
επιλογών, παρά μόνο δύο κανάλια, αρκετά όμως για να ενώσουν τους ανθρώπους μιας
οικογένειας γύρω από το απογευματινό τραπέζι με συζητήσεις. Ό,τι βλέπαμε, το
μοιραζόμασταν.
Υπήρχε χρόνος. Χρόνος για να μάθουμε, να
ακούσουμε, να παρατηρήσουμε. Χρόνος για τους άλλους. Οι ανθρώπινες σχέσεις δεν ήταν
βιαστικές ούτε επιφανειακές, είχαν βάθος, περιέκλειαν σιωπές, είχαν μια άλλη ουσία. Μιλούσαμε πραγματικά,
κοιταζόμασταν στα μάτια και περπατούσαμε χωρίς προορισμό.
Το άγχος δεν είχε την ίδια
ένταση. Η ψυχική ευεξία δεν ήταν στόχος προς κατάκτηση, αλλά μια φυσική
κατάσταση. Η χαρά βρισκόταν στα μικρά, στα αυτονόητα. Ακόμη και η σχέση με
το φαγητό ήταν πιο απλή. Μια φέτα λευκό ψωμί με λίγες σταγόνες νερού και
ζάχαρης ήταν κάτι το ξεχωριστό. Κάναμε λιγότερες σκέψεις, είχαμε μεγαλύτερη
δίψα για περιπέτεια και σαφώς περισσότερη ισορροπία.
Μεγαλώσαμε ανέμελα, χωρίς
τον καταιγισμό των ψηφιακών επιρροών, χωρίς τον συνεχή θόρυβο των ειδοποιήσεων
και των πληροφοριών. Ο κόσμος ήταν πιο αργός, αλλά ίσως πιο ουσιαστικός. Οι
δρόμοι ήταν το παιχνίδι μας, οι φίλοι ήταν δίπλα μας, όχι πίσω από μια οθόνη.
Δεν στέλναμε μηνύματα για να συναντηθούμε. Γνωρίζαμε ότι μετά το διάβασμα, τη
μελέτη και τις πρώτες εκπομπές ψυχαγωγίας, ερχόταν η ώρα της ελευθερίας. Από
τις έξιμιση μέχρι τις εννιάμιση, στο λυκόφως, χανόμασταν σε έναν κόσμο
απίστευτο. Μοναδικό. Χαρούμενο. Και επιστρέφαμε όταν, αχνά, ακούγονταν οι φωνές
των μανάδων να φωνάζουν τα ονόματά μας. Απίστευτες εποχές…
Και τώρα, καθώς τα χρόνια
περνούν, αυτή η αίσθηση επιστρέφει σαν κύμα. Η νοσταλγία δεν είναι απλώς
ανάμνηση, είναι ανάγκη. Ανάγκη για σύνδεση. Δεν
είναι ότι το παρελθόν ήταν τέλειο, όχι φυσικά. Η ουσία είναι ότι μέσα του
υπήρχαν κομμάτια που σήμερα μας λείπουν και αξίζει να τα ξαναβρούμε.
Κωνσταντίνος Ε. Χουρίδης
Συγγραφέας
Συντονιστής - Εκπαιδευτής μαχητικών τεχνών και Αυτοάμυνας
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.