Οι Έλληνες αποτελούν τη συνέχεια ενός
αρχαιότατου ελληνικού πυρήνα του Αιγαίου, ο οποίος διαμορφώθηκε μέσα στο
ιδιαίτερο γεωγραφικό περιβάλλον της ως το νοτιότερο τμήμα της ευρωπαικής ηπείρου και του
νησιωτικού χώρου ήδη από τη νεολιθική εποχή και την εποχή του χαλκού. Η
θάλασσα, τα νησιά, οι απόκρημνες ακτές και η ανάγκη επικοινωνίας μεταξύ μικρών
κοινοτήτων δημιούργησαν έναν λαό στραμμένο από νωρίς στη ναυτιλία, το εμπόριο
και την εξερεύνηση.
Οι μεταγενέστερες επαφές με ινδοευρωπαϊκούς πληθυσμούς (αρχαίοι πληθυσμοί της ευρασιατικής στέπας που διασκόρπισαν γλώσσες και πολιτισμικά στοιχεία σε μεγάλη περιοχή της Ευρώπης και Ασίας) δεν αντικατέστησαν αυτόν τον πυρήνα, αλλά οδήγησαν σε επιλεκτική αφομοίωση τεχνολογιών, πολεμικών πρακτικών και γλωσσικών στοιχείων ενώ ο βασικός χαρακτήρας του ελληνικού κόσμου παρέμεινε αυτόχθονος και συνεχής μέσα στον χρόνο.
Πολύ πριν εμφανιστούν οι μεγάλες μετακινήσεις νομαδικών
φυλών στην Ευρώπη, στον προϊστορικό ελλαδικό χώρο είχαν ήδη αναπτυχθεί
οργανωμένες κοινωνίες με ναυτική δύναμη, τεχνογνωσία και πολιτισμό. Ο Μινωικός
πολιτισμός της Κρήτης και αργότερα ο Μυκηναϊκός κόσμος αποδεικνύουν ότι οι έλληνες
διέθεταν ανεπτυγμένη ναυσιπλοΐα, εμπορικά δίκτυα, σύνθετη αρχιτεκτονική,
μεταλλουργία και οργανωμένη διοίκηση πολλούς αιώνες πριν από τον μεγάλο
ελληνικό αποικισμό του Εύξεινου Πόντου, της Μεγάλης Ελλάδας της Βόρειας Αφρικής
και της Μικράς Ασίας.
Η θεωρία αυτή υποστηρίζει ότι οι Έλληνες δεν
δημιουργήθηκαν ξαφνικά από μια εξωτερική εισβολή, αλλά εξελίχθηκαν κυρίως μέσα
στον ίδιο το γεωγραφικό τους ανάγλυφο. Οι επαφές με ινδοευρωπαϊκές νομαδικές
φυλές πιθανόν έφεραν νέες τεχνολογίες, όπως η εκτεταμένη χρήση του αλόγου, του
πολεμικού άρματος, νέων τύπων όπλων και μορφών πολεμικής οργάνωσης. Όμως αυτές
οι επιρροές δεν αλλοίωσαν τον ήδη υπάρχοντα πολιτισμό, αντίθετα, αφομοιώθηκαν
από έναν λαό (τον ελληνικό) που διέθετε ήδη ισχυρή πολιτισμική βάση, όπως
αποτυπώνεται στη διαμόρφωση θρησκευτικών αντιλήψεων που κορυφώνονται αργότερα
στο δωδεκάθεο, στην ανάπτυξη ιδιαίτερης αρχιτεκτονικής παράδοσης με τα μινωικά
ανάκτορα και μυκηναϊκές οχυρώσεις, καθώς και στην εξέλιξη της γλυπτικής, όπου
ιδιαίτερα στην κλασική περίοδο αναδεικνύεται η ιδεατή απόδοση του ανθρώπινου
σώματος και του αθλητικού ιδεώδους μέσα από έργα σε μάρμαρο και χαλκό.
Το γεγονός ότι οι Έλληνες πραγματοποίησαν
μεγάλες θαλάσσιες μετακινήσεις και ίδρυσαν αποικίες σε τεράστιες αποστάσεις
δείχνει ότι διέθεταν ήδη υψηλό επίπεδο ναυτικής γνώσης των μεγάλων εμπορικών
διαδρομών, γεωγραφικής αντίληψης και κοινωνικής οργάνωσης. Ένας
λαός που ήδη από την αρχαιότητα ταξίδευε από το Αιγαίο στην Σινώπη στην Τραπεζούντα
στην Οδησσό στο Παντικάπαιον και Ταυρική, στις Συρακούσες, στη Μεσσήνη, στον
Κρότων, στη Μασσαλία μέχρι τις Ηράκλειες Στήλες (Γιβραλτάρ) και στα παραθαλάσσια
ελληνικά κέντρα της Β. Αφρικής, Κυρήνης και Ναύκρατις, αποτελούσε ήδη ένα
εξελιγμένο εμπορικό και πολεμικό ναυτικό.
Η Ελληνική γλώσσα, όπως υποστηρίζουν παγκόσμιες
επιστημονικές μελέτες παρότι παρουσιάζει συγγένειες με τις ινδοευρωπαϊκές
γλώσσες εξελίχθηκε μέσα στον ιδιαίτερο χώρο του Αιγαίου και απέκτησε μοναδικό
χαρακτήρα, πλούτο και ιστορική συνέχεια.
Συνεπώς, ο ελληνικός κόσμος μπορεί να
ερμηνευθεί ως αποτέλεσμα μακράς συνέχειας ενός αυτόχθονου πολιτισμού, ο οποίος
αφομοίωσε εξωτερικές επιρροές αλλά διατήρησε τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του, τη
ναυτική του φυσιογνωμία και την πολιτισμική του ταυτότητα, όπως αυτή
αποτυπώνεται στις τέχνες και τα γράμματα, με την ανάπτυξη της ποίησης, της
φιλοσοφίας και της ιστοριογραφίας, στον αθλητισμό με τη διαμόρφωση του ιδεώδους
της σωματικής άσκησης και των αγώνων, στην ιατρική με συστηματικές προσπάθειες
κατανόησης της ανθρώπινης υγείας και της φυσιολογίας καθώς και στην αστρονομία
και την κοσμολογική σκέψη, μέσω της μελέτης των ουρανίων σωμάτων και της
προσπάθειας ερμηνείας της τάξης του σύμπαντος.
Κωνσταντίνος Ε. Χουρίδης
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.